Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

Άγιος Ευφρόσυνος ο μάγειρας - Saint Euphrosynus the Cook, of Alexandria

                                                              22x30cm - 8,5x12inch
                                               Egg tempera and gold leaf 22k on background

+ Αγράμματος και αγροίκος χωρικός ο Όσιος Ευφρόσυνος σε ανδρική ηλικία εγκατέλειψε τον κόσμο και εισήλθε σε κοινόβιο, όπου εκάρη μοναχός. Περιφρονημένος από τους συμμοναστές του για την απαιδευσία και την απλοϊκότητά του, εγκολπώθηκε την ταπείνωση του Χρίστου και τους υπηρετούσε στην διακονία του μαγειρείου. Και καθώς πάντα ήταν κατάκαπνισμένος από την ανθρακιά και τις στάχτες, όλοι τον περιγελούσαν και τον ενέπαιζαν, άλλα και δαρμούς δεχόταν από τους αμελέστερους που έβρισκαν αφορμή την σιωπή και την ανεξικακία του. Αυτός όμως ο μακάριος με γενναιότητα καρδίας υπέμεινε τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις και άλλοτε μεν λουσμένος στον ιδρώτα, άλλοτε δε λαχανιασμένος και χαρούμενος, διήνυε εν τω κρύπτω το στάδιο των αρετών διαφεύγοντας την προσοχή των ανθρώπων.

Στο κοινόβιο εκείνο υπήρχε κάποιος ενάρετος ιερεύς, ο οποίος επί τρία χρόνια με νηστείες και προσευχές ικέτευε τον Θεό να του δείξει τα αγαθά, «ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α’ Κορ. 2, 9). Μία νύκτα, ενώ κοιμόταν, αρπάχθηκε ο νους του στον παράδεισο, σε πάντερπνο και μυροβόλο κήπο γεμάτο πολυποίκιλα δένδρα, εύοσμα άνθη και διαυγέστατα τρεχούμενα νερά, που γλώσσα ανθρώπου δεν μπορεί να περιγράψει. Ενώ διαλογιζόταν τίνος άραγε να είναι ο θαυμάσιος εκείνος παράδεισος, βλέπει τον μάγειρα της μονής Ευφρόσυνο στο μέσον του κήπου να απολαμβάνει τα άρρητα αγαθά. Έκπληκτος τον ρώτησε πως βρέθηκε εκεί και αν αυτός ήταν ο τόπος που ετοίμασε ο Θεός για όσους τον αγαπούν. Ο Ευφρόσυνος του είπε: «Εγώ μεν, τίμιε πάτερ, όπως γνωρίζεις, δεν ξεύρω γράμματα - από σας ακούω αυτά που λέγει ο Απόστολος. Επειδή όμως ελάχιστα βιάσαμε τον εαυτό μας, βλέπομε ένα μέρος από αυτά που ο Θεός ετοίμασε για όσους τον αγαπούν διότι άνθρωπος που φορεί σάρκα δεν θα αντέξει να δει περισσότερα». Ο ιερεύς τον ρώτησε αν είχε έλθει και άλλη φορά - ο Ευφρόσυνος του απάντησε: «Με την χάρη του θεού εδώ μένω πάντοτε και είμαι φύλακας του κήπου». Τότε ο ιερεύς του έδειξε τρία ωραιότατα μεγάλα μήλα και τον ερώτησε αν είχε εξουσία να του τα δώσει. Ο Ευφρόσυνος τα έκοψε αμέσως και του τα έβαλε στο ράσο.

Την ώρα εκείνη κτύπησε το σήμαντρο για την ακολουθία του όρθρου. Ο ιερεύς, αναπηδώντας από το κλινάρι του, νόμιζε πως είχε δει όνειρο και εξεπλάγη όταν μέσα στο ράσο του βρήκε τους τρεις παραδείσιους καρπούς. Στον ναό είδε τον Ευφρόσυνο να στέκεται όπως πάντα στο στασίδι του. Πέφτοντας στα πόδια τον εκλιπαρούσε να του πει που βρισκόταν εκείνη την νύκτα. «Εκεί ήμουν, πάτερ», του απάντησε, «όπου με βρήκες». «Και τι μου έδωσες, δούλε τού Θεού; πες μου», ρώτησε πάλι ο ιερεύς. «Τρία μήλα ζήτησες και σού τα έδωσα», του αποκρίθηκε με ταπείνωση ο μάγειρας. Ο ιερεύς του έβαλε μετάνοια και πήγε στην θέση του. Μετά την απόλυση έφερε από το κελλί του τα τρία μήλα, τα έδειξε στους αδελφούς και διηγήθηκε όσα συνέβησαν την νύκτα. Εκείνοι θαύμασαν και δόξασαν τον Θεό. Έπειτα τα κατατεμάχισαν και τα έβαλαν σε δίσκο. Όσοι μετέλαβαν από την ευλογία τού δεσποτικού κήπου θεραπεύθηκαν από κάθε ασθένεια.

Ο δε μακάριος Ευφρόσυνος, την ώρα που οι μοναχοί άκουγαν προσεκτικά την διήγηση του ιερέως, άνοιξε την πλάγια θύρα της εκκλησίας και, φεύγοντας την ανθρώπινη δόξα, απομακρύνθηκε από την μονή και δεν φάνηκε ποτέ πιά.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ταπεινώσει καρδίας Πάτερ Εὐφρόσυνε, τῷ μαγειρείῳ προσφέρων διακονίαν τὴν σήν, ἐπληρώθης ἀληθῶς Ἁγίου Πνεύματος· ὅθεν ἐγνώρισεν ἡμῖν, τὴν σὴν δόξαν ὁ Θεός, δι’ ἱερέως ὁσίου· ἧς καὶ ἡμᾶς θεοφόρε, μετόχους δεῖξον ταῖς πρεσβείαις σου.
-----------------------------------------------------------------

+ Saint Euphrosynus the Cook was from one of the Palestinian monasteries, and his obedience was to work in the kitchen as a cook. Toiling away for the brethren, St Euphrosynus did not absent himself from thought about God, but rather dwelt in prayer and fasting. He remembered always that obedience is the first duty of a monk, and therefore he was obedient to the elder brethren.
The patience of the saint was amazing: they often reproached him, but he made no complaint and endured every unpleasantness. St Euphrosynus pleased the Lord by his inner virtue which he concealed from people, and the Lord Himself revealed to the monastic brethren the spiritual heights of their unassuming fellow-monk.
One of the priests of the monastery prayed and asked the Lord to show him the blessings prepared for the righteous in the age to come. The priest saw in a dream what Paradise is like, and he contemplated its inexplicable beauty with fear and with joy.
He also saw there a monk of his monastery, the cook Euphrosynus. Amazed at this encounter, the presbyter asked Euphrosynus, how he came to be there. The saint answered that he was in Paradise through the great mercy of God. The priest again asked whether Euphrosynus would be able to give him something from the surrounding beauty. St Euphrosynus suggested to the priest to take whatever he wished, and so the priest pointed to three luscious apples growing in the garden of Paradise. The monk picked the three apples, wrapped them in a cloth, and gave them to his companion.
When he awoke in the early morning, the priest thought the vision a dream, but suddenly he noticed next to him the cloth with the fruit of Paradise wrapped in it, and emitting a wondrous fragrance. The priest, found St Euphrosynus in church and asked him under oath where he was the night before. The saint answered that he was where the priest also was. Then the monk said that the Lord, in fulfilling the prayer of the priest, had shown him Paradise and had bestown the fruit of Paradise through him, “ the lowly and unworthy servant of God, Euphrosynus.”
The priest related everything to the monastery brethren, pointing out the spiritual loftiness of Euphrosynus in pleasing God, and he pointed to the fragrant paradaisical fruit. Deeply affected by what they heard, the monks went to the kitchen, in order to pay respect to St Euphrosynus, but they did not find him there. Fleeing human glory, the monk had left the monastery. The place where he concealed himself remained unknown, but the monks always remembered that their monastic brother St Euphrosynus had come upon Paradise, and that they in being saved, through the mercy of God would meet him there. They reverently kept and distributed pieces of the apples from Paradise for blessing and for healing.


Troparion — Tone 4
You lived in great humility, / In labors of asceticism and in purity of soul, / O righteous Euphrosynos, / By a mystical vision you demonstrated the Heavenly joy which you had found. / Therefore make us worthy to be partakers of your intercessions.

Δεν υπάρχουν σχόλια: