Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Αγία Άννα - Saint Anna (Anne)

                                  22x30 cm / 8,6x 11,8inch. Egg tempera on linden wood.
                                         Burnt wood effect (painted)




+ Η Μητέρα της Παναγίας

Για τη μητέρα της Θεοτόκου Άννα, δεν αναφέρουν τίποτα σχετικό τα Ευαγγέλια, ούτε τα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Σύμφωνα όμως με την παράδοση της Εκκλησίας, ο Ιερέας Ματθάν, κάτοικος της Βηθλεέμ, απέκτησε τρεις θυγατέρες: τη Μαρία, τη Σοβή και την Άννα.

Η Μαρία, αφού παντρεύτηκε στη Βηθλεέμ, γέννησε εκεί την Ελισάβετ, τη μητέρα του Ιωάννη του Βαπτιστή.

Η Άννα παντρεύτηκε τον Ιωακείμ από τη Γαλιλαίο. Μετά από πολλά χρόνια ατεκνίας, απέκτησε κόρη, την Παρθένο Μαρία.

Η παράδοση αναφέρει ότι οι γονείς της την αφιέρωσαν στην υπηρεσία του Ναού της Ιερουσαλήμ, σε ηλικία τριών ετών. Αυτοί δε μετά από λίγα χρόνια πέθαναν.

Την Αγία Άννα τιμούσαν από τα αρχαία χρόνια. Το συμπεραίνουμε αυτό από διάφορους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και από αρχαίους εκκλησιαστικούς ύμνους, που υπάρχουν προς τιμήν της μητέρας της Θεοτόκου. Επίσης, το έτος 550 μ.Χ., ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, αφιέρωσε ναό στην Κωνσταντινούπολη προς τιμήν της Αγίας Άννας.


Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’.
Σήμερον τῆς ἀτεκνίας δεσμὰ διαλύονται· τοῦ Ἰωακεὶμ γὰρ καὶ τῆς Ἄννης εἰσακούων Θεός, παρ᾽ ἐλπίδα τεκεῖν αὐτοὺς σαφῶς, ὑπισχνεῖται θεόπαιδα· ἐξ ἧς αὐτὸς ἐτέχθη ὁ ἀπερίγραπτος, βροτὸς γεγονώς, δι᾽ Ἀγγέλου κελεύσας βοῆσαι αὐτῇ· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.
---------------------------------------

+ St. Anna, the mother of the Theotokos, was the wife of St. Joachim and the daughter of Mattham, a Levi priest. Anna and Joachim were married and childless for about 50 years. This saddened them, and they vowed that should the Lord bless them with a child they would dedicate it to Him. Hoping their prayers would be answered, they brought gifts to the Lord's temple in Jerusalem on the yearly Feast of the Dedication (Hanukkah) and Feast of Lights (c.f. Macc 4:52-59; 2 Macc 10:5). The priests, however, did not wish to accept them, since they were from a childless man, and Joachim was scorned (c.f. St. Romanos the Melodist, c.490-556). Publicly humiliated he soon remembered that Abraham whom God gave a son in his old age. He then retired to the wilderness to pray, were the Archangel Gabriel told him that his prayers have been heard, and that Anna will give birth to a daughter who shall be called Mary.
The Archangel also reminded Joachim that, "according to your vow, she (Mary) shall be devoted to the Lord from her infancy, and she shall be filled with the Holy Spirit, even from her mother's womb. Mary shall not eat or drink anything unclean, nor shall her conversation or life be among the crowds of the people, but in the temple of the Lord, that it may not be possible to say, or so much as to suspect, any evil concerning her". Again, St. Romanos chants, "Joachim on the mountain prayed to receive fruit from the womb of Anna; and the prayer of the holy man was received".
Anna, meanwhile, went home to her garden weeping bitterly. She sat under a laurel tree and prayed, "O God of our fathers, bless me and hear my prayer, as You opened the womb of Sarah and gave her a son Isaac". She wept asking, "Alas, who begot me? And what womb did bear me, that I should be thus accursed before the children of Israel, and that they should reproach and deride me in the temple of my God? Woe is me, to what can I be compared? I am not like the fowls of the heaven, because even the fowls of the heaven are productive before You, O Lord. Alas! to what can I be compared? I am not like the beasts of the earth, because even the beasts of the earth are fruitful before You, O Lord Woe is me, to what can I be compared? I am not comparable to the waves of the sea; for these, whether they are calm, or in motion, with the fishes which are in them, praise You, O Lord. Alas! to what have I been likened? I am not like this earth because even the earth brings forth its fruit in season and blessed You, O Lord".
The same Archangel appeared to Anna and told her, "I am the angel who has presented your prayers and alms before God; and now I have been sent to you to announce that you shall bring forth a daughter, who shall be called Mary, and who shall be blessed above all women. She shall be full of the favour of the Lord, even from her birth. She shall remain in her father's house until she is weaned and, thereafter, she shall be delivered to the service of the Lord. She shall serve God, day and night, in fasting and prayers. She shall abstain from every unclean thing and shall not depart from the temple until she shall reach the years of discretion. She shall never know man, but alone and without precedent, as an immaculate and undefiled virgin, without intercourse with man, she shall bring forth a Son. She, His handmaiden, shall bring forth the Lord, both in grace, and in name, and in work, the Saviour of the world". Gabriel then said, "arise, therefore, and go up to Jerusalem; and when you arrive at the gate that, because it is plated with gold, is called 'Golden', there, for a sign, you shall meet your husband, for whose safety you have been anxious. When, therefore, you find these things accomplished, believe that all the rest which I have told you shall also undoubtedly be accomplished".
On this occasion St. Romanos chants, "the prayer and groaning of Joachim and Anna at their barrenness and childlessness have proved acceptable, and have come unto the ears of the Lord; and they have put forth fruit that brings life to the world. The one offered his prayer in the mountain, the other bore her reproach in the garden. But with joy the barren bears the Theotokos who sustains our life".
On the following day, Joachim brought his offerings into the temple, worshipped the Lord, and then returned home. There was great joy and celebration when it was heard that Anna conceived.
When Mary was three years old, her parents, after offering up their sacrifice, left her to be brought up with the other maidens in the apartments of the temple.
For the next seven years, Anna and Joachim visited Mary often until they reposed, leaving her an orphan. The Orthodox Church commemorates the dormition of St. Anna on 25th of July. Both of the Virgin Mary's parents are commemorated together on the 9th of September.

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Παναγία Γοργοεπήκοος - Panagia Gorgoepikoos

22x30cm - 8,6x 11,8inch
Egg tempera and gold leaf 22K on halos.
2016.

+Η Παναγία Γοργοεπίκοος βοηθάει και σώζει γρήγορα όσους με πίστη καταφεύγουν σε αυτή και την επικαλούνται και την τιμούν ως Γοργοεπήκοο (Γοργοϋπήκοο). Έκτοτε πολλές εικόνες, εκκλησίες, αλλά και μονές τιμούν την Παναγία την Γοργοεπήκοο (Γοργοϋπήκοο). Γιατί πραγματικά αισθανόμαστε πόσο μεγάλη ανάγκη έχουμε από τις πρεσβείες, τις μεσιτείες και την μητρική προστασία Της στους δύσκολους καιρούς που ζούμε. Η Μητέρα του Κυρίου μας μεριμνά γοργά για τη σωτηρία όλων μας και αναδίδει χάρη σε όλους όσους την επικαλούνται με πίστη, ελπίδα και αγάπη. Ας την επικαλούμαστε πάντοτε, ας ψάλλουμε την παράκληση της και ας την πανηγυρίζουμε την ημέρα της εορτής της, την 1η Οκτωβρίου.



 Μεγαλυνάριον
Γοργοϋπηκόου τήν θαυμαστήν καί σεπτήν Εἰκόνα, προσκυνήσωμεν ἀδελφοί, θαύματα τελοῦσαν καί βρύουσαν ἰάσεις καί ταύτην μετά πόθου κατασπασώμεθα.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Ἔχοντες Εἰκόνα Σου τήν σεπτήν, Ἀνύμφευτε Κόρη, ὡς προπύργιον ὀχυρόν, προσφεύγομεν ταύτῃ καιρῶ τῶν τῶν κινδύνων καί ἐπηρείας πάσης ἀπολυτρούμεθα.
----------------------------------------
Panagia Gorgoepikoos (Gr., Γοργοεπήκοο, "She who is quick to hear") is the name of an icon and also one of the many surnames given to the Theotokos and monasteries.
The Synaxis of the of the Most-Holy Theotokos Gorgoepikoos is commemorated on October 1.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Αγία Εμμέλεια - Saint Emmelia


                                             22Χ30cm - 8,6x 11,8inch. Egg tempera

+ Η Οσία Εμμελεία καταγόταν από ευσεβή οικογένεια της Καισαρείας της Καππαδοκίας. Ο πατέρας αυτής αναδείχθηκε σε Μάρτυρα κατά τους τελευταίους διωγμούς. Ο βίος της Αγίας είναι η αγαθή ρίζα από την οποία βλάστησαν γλυκύτατη καρποί, τα παιδιά της, τα οποία ανεδείχθησαν εξέχοντα μέλη της κοινωνίας και τα περισσότερα Άγιοι της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Πέτρος Σεβαστείας, η μοναχή Μακρίνα και ο μοναχός Ναυκράτιος. Από αγία ρίζα προήλθαν αγιασμένοι βλαστοί, δηλαδή από αγίους γονείς προήλθαν ευλογημένα και άγια τέκνα.

Η Οσία Εμμελεία δοκίμασε στη ζωή της, όπως συμβαίνει συνήθως με τους εκλεκτούς, πολλές θλίψεις. Ο θάνατος των γονέων της, πριν ακόμα νυμφευθεί, ο θάνατος του συζύγου της, μόλις γεννήθηκε ο υιός τους Πέτρος και ο πρόωρος θάνατος του υιού της Ναυκρατίου, αλλά και το να αναθρέψει μόνη της με παιδεία και νουθεσία Κυρίου, από ένα σημείο και μετά, τα τέκνα της, ήταν μερικές από αυτές. τις αντιμετώπισε όμως με υποδειγματική πίστη, ανδρεία και υπομονή. Δίδασκε τα παιδιά της κυρίως με το παράδειγμά της. Τους έδωσε, μαζί με το δικό της γάλα, το ανόθευτο γάλα της πίστεως και τους δίδαξε το μυστήριο της Εκκλησίας.

Τελείωσε τη ζωή της ως μοναχή με ηγουμένη τη θυγατέρα της Οσία Μακρίνα.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Σωφρόνως τὸν βίον σου κατ' ἐναντίον Θεοῦ, ἐτέλεσας πρότερον σὺν Βασιλείω σεμνῶ, Ἐμμέλεια πάνσεμνε, εἴτα δὲ ἐν ἐρήμῳ, ἀναβάσεις διέθου ἅμα τοὶς σοὶς ἐκγόνοις, ὡς τὰ ἄνω ποθοῦσα, διὸ σὲ ὁ Χριστὸς πανοικοί, ὑπερεδόξασε.
-------------------------------------------------------------

+ The holy and righteous Emmelia (also Emily or Emilia), is the mother of Saint Basil the Great and several other children who are saints of the Church. Churches of the Russian tradition keep her feast on January 3, along with her son Basil. Greek churches keep her feast on May 30, along with her husband Saint Basil the Elder and her mother-in-law, Saint Macrina the Elder.
There are very few descriptions of Saint Emmelia’s life. She was the daughter of a martyr and the daughter-in-law of Macrina the Elder. Along with her husband, Basil the Elder, she gave birth to ten children. She instilled the Orthodox faith in her children, teaching them to pray and devote their lives to the service of the Church. As a result of her zealous yet maternal instruction of her children, five of them are commemorated as saints on the Church calendar: Sts. Macrina, Basil, Peter of Sebaste, Gregory of Nyssa, and Theosebia, a deaconess. Therefore, Saint Emilia is often called “the mother of saints.”
When her son, Naucratius, suddenly died at the age of twenty-seven, she was consoled by her eldest daughter, Macrina. Macrina reminded her that it was not befitting to a Christian to “mourn as those who have no hope” and inspired her to hope courageously in the resurrection vouchsafed to us by the Pascha of the Lord.
After her children left home, St. Emmelia was persuaded by Macrina to forsake the world. Together they founded a monastery for women. Emilia divided the family property among her children. Retaining only some meager possessions, she and Macrina withdrew to a secluded family property in Pontus, picturesquely located on the banks of the Iris River and not far from Saint Basil’s wilderness home. A number of liberated female slaves desired to join the pair, and a convent was formed. They lived under one roof and held everything in common: They ate, worked, and prayed together. They were so eager to advance in virtue that they regarded fasting as food and poverty as riches. The harmony of this model community of women was unspoiled by anger, jealousy, hatred, or pride. Indeed, as the Church sings of monastics, they lived like angels in the flesh.
Living in this manner for many years, Emmelia reached old age. When an illness signaled her departure from this world, her son Peter came to her side. Together with Macrina, he tended to his mother in her last days. As the oldest and the youngest, Macrina and Peter held a special place in Emmelia’s heart.
Before committing her soul to the Lord, she raised her voice to Heaven, saying, “To you, O Lord, I give the first fruits and the tithe of the fruit of my womb. The first fruit is my first-born daughter, and the tithe is this, my youngest son. Let these be for you a rightly acceptable sacrifice, and let your holiness descend upon them!” St. Emmelia was buried as she had requested, beside her husband in the chapel at their estate in Annesi, where Naucratius had also been laid.

St. Emmelia May 8th Troparion

Through thee the divine likeness was securely preserved, O Mother Emmelia; for thou didst carry the cross and follow Christ. By example and precept thou didst teach us to ignore the body because it is perishable, and to attend to the concerns of the undying soul. Therefore, doth thy soul rejoice with the angels.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Άγιος Χαράλαμπος - Saint Charalampos

                                   22Χ30cm - 8,6x 11,8inch. Egg tempera and gold leaf 22K

Περισσότερες πληροφορίες για την ζωή του αγίου Χαραλάμπους / More details about St. Charalampo's life: https://lydiagourioti-iconography.blogspot.gr/2008/12/saint-haralampos.html

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Αγία Μαρία η Μαγδαληνή - Saint Mary Magdalene

                                              22x30cm - 8,6x 11,8inch. Egg tempera

+ Η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή, καταγόταν από τα Μάγδαλα, πόλη που βρίσκεται δυτικά της θάλασσας της Γαλιλαίας. Όταν πληροφορήθηκε για τον Χριστό, πήγε κοντά του και απαλλάχθηκε από τα επτά δαιμόνια που την ενοχλούσαν και στην συνέχεια έγινε μαθήτρια του. Αυτή, μάλιστα, κατά την Ανάσταση του Κυρίου ήλθε πρώτη στον τάφο Του με αρώματα, και άγγελοι ντυμένοι στα λευκά ανήγγειλαν σ' αυτή την Ανάσταση Του. Η Μαρία, μετά την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, εξακολούθησε να διακονεί στην πρώτη χριστιανική Εκκλησία στην Ιερουσαλήμ. Έπειτα πήγε στην Έφεσο, κοντά στον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο, οπού και πέθανε. Τάφηκε στην είσοδο της σπηλιάς, όπου αργότερα εκοιμήθησαν οι επτά παίδες εν Εφέσω.
Γιορτάζει κάθε χρόνο στις 22 Ιουλίου.

Η δεξιά της Αγίας βρίσκεται στη Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους.
Η αριστερά της Αγίας βρίσκεται αδιάφθορη στη Μονή Σιμωνόπετρας Αγίου Όρους.
Μέρος του αριστερού ποδός της Αγίας βρίσκεται στη Μονή Εσφιγμένου Αγίου Όρους.
Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας βρίσκονται στις Μονές Αγίου Γεωργίου Φενεού Κορινθίας και 40 Μαρτύρων Σπάρτης, στη ρωμαιοκαθολική Βασιλική του Λατερανού Ρώμης, στη ρωμαιοκαθολική Βασιλική του Αγίου Μαξιμίνου Μασσαλίας και στον ομώνυμο ρωμαιοκαθολικό Ναό Vezelau Γαλλίας.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Χριστῷ τῷ δι᾽ ἡμᾶς, ἐκ Παρθένου τεχθέντι, Σεμνὴ Μανδαληνή, ἠκολούθεις Μαρία, αὐτοῦ τὰ δικαιώματα, καὶ τοὺς νόμους φυλάττουσα, ὅθεν σήμερον, τὴν παναγίαν σου μνήμην, ἑορτάζοντες, ἀνευφημοῦμέν σε πίστει, καὶ πόθῳ γεραίρομεν.

--------------------------------------------------------------

 +The great and holy myrrh-bearer Mary Magdalene, equal of the apostles, was a disciple of Jesus named Mary from Magdala, a town in Galilee. Her feast is celebrated on July 22, and she is also remembered on the Sunday of myrrh- bearer women. She has an Akathist hymn dedicated to her.


Troparion (Tone 1)
In keeping His commandments and laws, O holy Mary Magdalene,
You followed Christ, who for our sake was born of a virgin,
And in celebrating your most holy memory today,
We receive forgiveness of sins by your prayers!

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Άγιος Αρχοντίων ή Αρχόντιος - Saint Archontion (Archontios)

                         22x30cm - 8,6x 11,8inch. Egg tempera and gold leaf on the halo.


+ Ο Άγιος Αρχοντίων μαρτύρησε δια λιμού (Λαμία είναι ένα θηρίο, το οποίο έχει μεγάλο λαιμόν. Mε το θηρίο αυτό, παρομοιάζεται εδώ ο Διάβολος).  Εορτάζει στις 3 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους.
                                   
            Aρχοντίων λίμωττε καντεύθεν τρύχε, Άρχοντα κόσμου λαμίαν νοουμένην.
--------------------------
+ Saint Archontion is a holy martyr and died of a beast called Lamia in a persecution of Christians in the early Church. Other sources mention that he died from starvation in the name of God.
He is comemmorated in 3rd September.

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Άγιος Ιωάννης ο Ρώσσος - Saint Jonh the Russian

                                 22x30cm - 8,6x 11,8inch. Egg tempera and gold leaf on halo


+ Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε σε ένα χωριό της λεγομένης Μικράς Ρωσίας, περί το 1690 μ.Χ., από γονείς ευλαβείς και ενάρετους. Όταν έφθασε σε νόμιμη ηλικία στρατεύθηκε, ενώ βασίλευε στη Ρωσία ο Μέγας Πέτρος. Έλαβε μέρος στον πόλεμο που έκανε εκείνος ο τολμηρός τσάρος εναντίον των Τούρκων κατά το 1711 μ.Χ., και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τατάρους. Οι Τάταροι τον πούλησαν σε έναν Οθωμανό αξιωματικό Ίππαρχο, που καταγόταν από το Προκόπιον της Μικράς Ασίας, το οποίο βρίσκεται πλησίον στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο αγάς τον πήρε μαζί του στο χωριό του. Πολλοί από τους αιχμαλώτους συμπατριώτες του αρνήθηκαν την πίστη του Χριστού και έγιναν Μουσουλμάνοι, είτε γιατί κάμφθηκαν από τις απειλές, είτε γιατί δελεάστηκαν από τις υποσχέσεις και τις προσφορές υλικών αγαθών.

Ο Ιωάννης, όμως, ήταν από μικρός αναθρεμμένος με παιδεία και νουθεσία Κυρίου και αγαπούσε πολύ τον Θεό και την πίστη των πατέρων του. Ήταν από εκείνους τους νέους, όπου τους σοφίζει η γνώση του Θεού, όπως κήρυξε ο σοφός Σολομών, λέγοντας: «Ο δίκαιος είναι γνωστικός και στη νεότητά του. Διότι τιμημένο γήρας δεν είναι το πολυχρόνιο, ούτε μετριέται με τον αριθμό των ετών. Η φρονιμάδα πιο νέους ανθρώπους είναι σεβάσμια ωσάν να είναι φέροντες και ο καθαρός βίος τους κάνει ωσάν να είναι γέροντες πολύμαθοι».

Έτσι, λοιπόν, και ο μακάριος Ιωάννης, έχοντας την σοφία που δίδει ο Θεός σε εκείνους που τον αγαπούν, έκανε υπομονή στη δουλεία και στην κακομεταχείρηση του αφέντη του και στις ύβρεις και τα πειράγματα των Οθωμανών, οι οποίοι τον φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδή άπιστο, φανερώνοντάς του την περιφρόνηση και την απέχθειά τους. Στον αφέντη του και σε όσους τον παρακινούσαν να αρνηθεί την πίστη του, αποκρινόταν με σθεναρή γνώμη ότι προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πέσει σε τέτοια φοβερή αμαρτία. Στον αγά είπε: «Εάν με αφήσεις ελεύθερο στην πίστη μου, θα είμαι πολύ πρόθυμος στις διαταγές σου. Αν με βιάσεις να αλλαξοπιστήσω, γνώριζε ότι σού παραδίδω την κεφαλή μου, παρά την πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα αποθάνω».

Ο Θεός, βλέποντας την πίστη του και ακούγοντας την ομολογία του, μαλάκωσε την σκληρή καρδιά του αγά και με τον καιρό τον συμπάθησε. σε αυτό συνήργησε και η μεγάλη ταπείνωση όπου στόλιζε τον Ιωάννη, καθώς και η πραότητά του.

Έμεινε, λοιπόν, ήσυχος ο μακάριος Ιωάννης από τις υποσχέσεις και απειλές του Οθωμανού κυρίου του, ο οποίος τον είχε διορισμένο στον σταύλο του, για να φροντίζει τα ζώα του. Σε μία γωνιά του σταύλου ξάπλωνε το κουρασμένο σώμα του και αναπαυόταν, ευχαριστώντας τον Θεό, διότι αξιώθηκε να έχει ως κλίνη τη φάτνη στην οποία ανεκλίθη κατά την γέννησή Του ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Ήταν δε αφοσιωμένος στο έργο του, περιποιούμενος με στοργή τα ζώα του κυρίου του, τα οποία αισθάνονταν τόση την προς αυτά αγάπη του Αγίου, ώστε να τον ζητούν όταν απουσίαζε, να τον προσβλέπουν με αγάπη και να χρεμετίζουν με χαρά όταν τα χάιδευε, ωσάν να συνομιλούσαν μαζί του.

Με τον καιρό ο αγάς τον αγάπησε, καθώς και η σύζυγός του, και του έδωσαν για κατοικία ένα μικρό κελλί κοντά στον αχυρώνα. Όμως ο Ιωάννης δεν δέχθηκε και εξακολούθησε να κοιμάται στον σταύλο, για να καταπονεί το σώμα του με την κακοπέραση και με την άσκηση, μέσα στη δυσοσμία των ζώων και στα ποδοβολητά τους. Κάθε νύχτα ο σταύλος γέμιζε από τις προσευχές του Αγίου και η κακοσμία γινόταν οσμή ευωδίας πνευματικής. Ο μακάριος Ιωάννης είχε εκείνο τον σταύλο ως ασκητήριο, και εκεί πορευόταν κατά τους κανόνες των Πατέρων, επί ώρες γονυπετής και προσευχόμενος, κοιμώμενος για λίγο επάνω στα άχυρα, χωρίς άλλο σκέπασμα παρά μία παλαιά κάπα, γευόμενος με διάκριση, πολλές φορές μόνο λίγο ψωμί και νερό, και νηστεύοντας τις περισσότερες ημέρες.

Συνέχεια έψαλλε τους λόγους του ιερού ψαλμωδού: «Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται. Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου καὶ ἐλπιῶ ἐπ’ Αὐτόν. Ὅτι Αὐτὸς ρύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτοῦ καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους. Ἔθεντο με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Ἐγὼ δὲ πρὸς τὸν Κύριον ἐκέκραξα ἐν τῷ θλίβεσθαί με καὶ εἰσήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν μου καὶ τὴν ἔξοδόν μου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου Κύριε, τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτιρῆσαι ἡμᾶς». Ψαλμούς σιγόψαλλε και κατά την ώρα που ακολουθούσε πίσω από το άλογο του αφέντη του.

Με την ευλογία που έφερε ο Άγιος στον οίκο του Τούρκου Ιππάρχου, αυτός πλούτισε και έγινε ένας από τους ισχυρούς του Προκοπίου.

Ο Άγιος ιπποκόμος του, εκτός της προσευχής και της νηστείας, που έκανε ως άλλος Ιώβ, πήγαινε τη νύχτα και έκανε όρθιος αγρυπνίες στο νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, η οποία ήταν κτισμένη μέσα σε ένα βράχο και βρισκόταν κοντά στον οίκο του Τούρκου κυρίου του. Εκεί πήγαινε κρυφά τη νύχτα, κοινωνούσε δε κάθε Σάββατο τα Άχραντα Μυστήρια. και ο Κύριος, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς», επέβλεψε επί τον δούλο του τον πιστό και έκανε, ώστε να πάψουν να τον περιπαίζουν και να τον υβρίζουν οι σύνδουλοί του και οι άλλοι αλλόθρησκοι.

Αφού, λοιπόν, ο αφέντης του Ιωάννη πλούτισε, αποφάσισε να υπάγει για προσκύνημα στη Μέκκα, τη ιερά πόλη των Μωαμεθανών.

Αφού πέρασαν αρκετές ημέρες από την αναχώρησή του, η σύζυγός του παρέθεσε τράπεζα και προσκάλεσε τους συγγενείς και τους φίλους του ανδρός της, για να ευφρανθούν και να ευχηθούν να επιστρέψει υγιής στον οίκο του από την αποδημία. Ο μακάριος Ιωάννης διακονούσε στην τράπεζα. Παρέθεσαν δε σε αυτή και ένα φαγητό, το οποίο άρεσε πολύ στον αγά, το λεγόμενο πιλάφι, το οποίο συνηθίζουν πολύ στην Ανατολή. Τότε η οικοδέσποινα θυμήθηκε τον σύζυγό της και είπε στον Ιωάννη: «Πόση ευχαρίστηση θα ελάμβανε, Γιουβάν, ο αφέντης σου, αν ήταν εδώ και έτρωγε μαζί μας από τούτο το πιλάφι!». Ο Ιωάννης τότε ζήτησε από την κυρία του ένα πιάτο γεμάτο πιλάφι και είπε ότι θα το έστελνε στον αφέντη του στη Μέκκα. Στο άκουσμα των λόγων του γέλασαν οι προσκεκλημένοι. Αλλά η οικοδέσποινα είπε στην μαγείρισσα να δώσει το πινάκιο με το φαγητό στον Ιωάννη, σκεπτόμενη ή ότι ήθελε να το φάει ο ίδιος μόνος του ή να το πάει σε καμιά φτωχή χριστιανική οικογένεια, όπως συνήθιζε να κάνει, δίδοντας το φαγητό του.

Ο Άγιος το πήρε και πήγε στον σταύλο. Εκεί γονυπέτησε και έκανε προσευχή εκ βάθους καρδίας παρακαλώντας τον Θεό να αποστείλει το φαγητό στον αφέντη του με όποιον τρόπο οικονομούσε Εκείνος με την παντοδυναμία Του. Με την απλότητα που είχε στην καρδιά του ο Ιωάννης πίστεψε ότι ο Κύριος θα εισακούσει την προσευχή του και το φαγητό θα πήγαινε θαυματουργικά στη Μέκκα. Πίστευε, «μηδὲν διακρινόμενος» κατά τον λόγο του Κυρίου, χωρίς να έχει κανένα δισταγμό ότι αυτό που ζήτησε θα γινόταν. Και, όπως λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «τὰ ὑπερφυῆ ταῦτα σημεῖα συμβαίνουσι τοῖς ἁπλουστέροις τῇ διανοίᾳ καὶ θερμοτέροις τῇ ἐλπίδι», ότι, δηλαδή, αυτά τα υπερφυσικά θαύματα συμβαίνουν σε εκείνους που έχουν απλούστερη διάνοια και είναι θερμότεροι στην ελπίδα την οποία έχουν προς τον Θεό. Πράγματι! το πιάτο με το φαγητό χάθηκε από τα μάτια του Οσίου. Ο μακάριος Ιωάννης επέστρεψε στην τράπεζα και είπε στην οικοδέσποινα ότι έστειλε το φαγητό στη Μέκκα. Ακούγοντας οι προσκεκλημένοι τον λόγο αυτό γέλασαν και είπαν ότι το έφαγε ο Ιωάννης.

Αλλά ύστερα από λίγες ημέρες γύρισε από την Μέκκα ο κύριός του και έφερε μαζί του το χάλκινο πιάτο, προς μεγάλη έκπληξη των οικίων του. Μόνο ο μακάριος Ιωάννης δεν εξεπλάγη. Έλεγε, λοιπόν, ο αγάς πιο οικίους του: «Την δείνα ημέρα (και ήταν η ημέρα του συμποσίου, κατά την οποία είπε ο Ιωάννης ότι έστειλε το φαγητό στον αφέντη του), την ώρα κατά την οποία επέστρεψα από το μεγάλο τζαμί στον τόπο όπου κατοικούσα, βρήκα επάνω στο τραπέζι, σε έναν οντά (δωμάτιο) όπου τον είχα κλειδωμένο, τούτο το σαχάνι (πιάτο) γεμάτο πιλάφι. Στάθηκα με απορία, σκεπτόμενος, ποίος άραγε είχε φέρει εκείνο το φαγητό και προ πάντων δεν μπορούσα να εννοήσω με τί τρόπο είχε ανοίξει την πόρτα, την οποία είχα κλείσει καλά. Μη γνωρίζοντας πως να εξηγήσω αυτό το παράδοξο πράγμα, περιεργαζόμουν το πιάτο μέσα στο οποίο άχνιζε το πιλάφι και είδα με απορία ότι ήταν χαραγμένο το όνομά μου επάνω στο χάλκωμα, όπως σε όλα τα χάλκινα σκεύη της οικίας μας. Ωστόσο, με όλη την ταραχή όπου είχα από εκείνο το ανεξήγητο περιστατικό, κάθισα και έφαγα το πιλάφι με μεγάλη όρεξη, και ιδού το πιάτο που το έφερα μαζί μου, και είναι αληθινά το δικό μας».

Ακούγοντας αυτή τη διήγηση οι οικείοι του Ιππάρχου εξέστησαν και απόρησαν, η δε σύζυγός του, του εξιστόρησε πως ζήτησε ο Ιωάννης το πιάτο με το φαγητό και είπε ότι το έστειλε στη Μέκκα, και ότι, ακούγοντάς τον να λέγει ότι το έστειλε, γέλασαν.

Αυτό το θαύμα μαθεύτηκε σε όλο το χωριό και στη γύρω περιοχή και όλοι θεωρούσαν πλέον τον Ιωάννη ως άνθρωπο δίκαιο και αγαπητό στον Θεό, τον έβλεπαν δε με φόβο και σεβασμό, και δεν τολμούσε κανείς να τον ενοχλήσει. Ο κύριός του και η σύζυγός του τον περιποιούνταν περισσότερο και τον παρακαλούσαν πάλι να φύγει από τον σταύλο και να κατοικήσει σε ένα οίκημα, το οποίο ήταν κοντά στον σταύλο, όμως εκείνος δεν ήθελε να αλλάξει κατοικία. Περνούσε, λοιπόν, τον βίο του με τον ίδιο τρόπο, ως ασκητής, εργαζόμενος όπως πριν στην περιποίηση των ζώων και κάνοντας με προθυμία τα θελήματα του αγά.

Αλλά ύστερα από λίγα χρόνια, κατά τα οποία έζησε ο μακάριος Ιωάννης με νηστεία, προσευχή και χαμευνία, πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής του, ασθένησε και ήταν ξαπλωμένος πάνω στα άχυρα του σταύλου, τον οποίο είχε αγιάσει με τις δεήσεις του και με την κακοπάθεια του σώματός του για το όνομα και την αγάπη του Χριστού.

Προαισθανόμενος ο Όσιος το τέλος του, ζήτησε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και γι' αυτό έστειλε και κάλεσε έναν ιερέα. Αλλά ο ιερεύς φοβήθηκε να μεταφέρει φανερά τα Άγια Μυστήρια στο σταύλο, εξαιτίας του φανατισμού των Τούρκων. Όμως σοφίστηκε, κατά Θεία φώτιση, και πήρε ένα μήλο, το έσκαψε, έβαλε μέσα την Θεία Κοινωνία και έτσι μετέβη στο σταύλο και κοινώνησε τον μακάριο Ιωάννη. Ο Ιωάννης, μόλις έλαβε το Άχραντο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Κυρίου, παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού, τον Οποίο τόσο αγάπησε. Ήταν το 1730 μ.Χ.

Το 1733 μ.Χ., το ακέραιο και ευωδιάζον ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου μεταφέρθηκε, μετά την εκταφή του, αρχικά στη λατομημένη σε βράχο εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αργότερα στο νεόδμητο ναό του Αγίου Βασιλείου και τέλος στο ναό που ανεγέρθηκε προς τιμήν του. Τοποθετήθηκε σε λάρνακα στο δεξιό μέρος της Εκκλησίας. Εκεί κατέφθαναν αναρίθμητοι προσκυνητές και πάσχοντες από διάφορα νοσήματα που εύρισκαν την θεραπεία τους.

Όταν, κατά το 1832 μ.Χ., επί σουλτάνου Μαχμούτ του Β', επαναστάτησε εναντίον του ο αντιβασιλέας της Αιγύπτου Ιμπραχήμ πασάς, ο σουλτάνος έστειλε εναντίον του και τον Χαζνετάρ Ογλού Οσμάν πασά με 1.800 στρατιώτες. Ο Οσμάν πασάς, αφού πέρασε την Καισάρεια της Καππαδοκίας, έφθασε κοντά στο Προκόπιο, όπου σκεπτόταν να αναπαυθεί και να αναχωρήσει την άλλη ημέρα. Επειδή όμως οι περισσότεροι από τους Μουσουλμάνους του Προκοπίου, σαν γενίτσαροι που ήσαν, μισούσαν τον σουλτάνο, συμφώνησαν όλοι να μην δεχθούν τον Οσμάν πασά στο Προκόπι ούτε στα σύνορα. Οι Χριστιανοί, που ήσαν πιστοί στον σουλτάνο, προσπάθησαν να πείσουν τους συμπατριώτες τους να πειθαρχήσουν στον σουλτάνο και να δεχθούν τον στρατό που ερχόταν από εκείνον, λέγοντας μάλιστα σε αυτούς ότι μπορεί ο Οσμάν πασάς να αγανακτίσει και να καταστρέψει το χωριό. Εκείνοι όμως δεν άλλαζαν γνώμη. Τότε οι Χριστιανοί πήραν τα γυναικόπαιδα και έφυγαν στα γύρω χωριά και στις σπηλιές, για να μην πέσουν θύματα της ανόητης αντιδράσεως των γενιτσάρων.

Πράγματι, την άλλη ημέρα, όταν ο Οσμάν πασάς εισήλθε στο Προκόπι, το λεηλάτησε και το κατέστρεψε. Κάποιοι από τους στρατιώτες εισήλθαν και στο ναό του Αγίου Γεωργίου. Άρπαξαν τα ιερά σκεύη και άνοιξαν τη λάρνακα του Οσίου ελπίζοντας να βρουν και εκεί χρυσαφικά και ασημικά. δεν βρήκαν όμως τίποτε. Από το κακό τους, που βγήκαν γελασμένοι και για να κοροϊδέψουν τη χριστιανική πίστη, αποφάσισαν να κάψουν το ιερό λείψανο.

Το έβαλαν στο προαύλιο, μάζεψαν πολλά φρύγανα, έβαλαν φωτιά και έριξαν με ασέβεια το ιερό σκήνωμα μέσα στις φλόγες. Το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου όχι μόνο έμεινε άφλεκτο, αλλά και φάνηκε στους άπιστους ότι ζούσε, τους φοβέριζε και τους έδιωχνε από τον περίβολο της εκκλησίας.

Την επόμενη ημέρα γέροντες Χριστιανοί βρήκαν τα ασημικά, που είχαν αφήσει από τον τρόμο τους οι Τούρκοι στρατιώτες, πήραν με ευλάβεια το ιερό λείψανο και το τοποθέτησαν πάλι μέσα στη λάρνακα.

Η δεξιά του Οσίου Ιωάννου δόθηκε από τους κατοίκους του παλαιού Προκοπίου το 1881 μ.Χ., στον αντιπρόσωπο της Μονής Παντελεήμονος Αγίου Όρους Ιερομόναχο Διονύσιο, σε αντάλλαγμα για την μεγάλη βοήθεια της Μονής στην ανέγερση του Ναού του Οσίου πάνω στον τάφο του.

Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην Εύβοια τον Οκτώβριο του 1924 μ.Χ μαζί με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας από το πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης». και ενώ το πλοίο βρισκόταν στη Ρόδο δεν προχωρούσε, αλλά περιστρεφόταν μέσα στη θάλασσα και έμενε στον ίδιο τόπο. Ο κυβερνήτης του πλοίου φοβήθηκε. Τότε ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος, που είχε πάρει μαζί του το ιερό λείψανο κρυφά, εξήγησε στον πλοίαρχο ότι μέσα στο πλοίο και μάλιστα στο αμπάρι ήταν το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου του Ρώσου. Αμέσως ο κυβερνήτης διέταξε την μεταφορά του ιερού σκηνώματος στο διαμέρισμα του πλοίου, το οποίο χρησιμοποιούταν ως ευκτήριος οίκος, όπου το εναπέθεσαν και άναψαν το καντήλι.

Εορτάζει 27 Μαΐου.
Ιερά Λείψανα: Το Λείψανο του Οσίου βρίσκεται αδιάφθορο στο ομώνυμο Προσκύνημα Προκοπίου Ευβοίας.
Η δεξιά του Οσίου βρίσκεται στη Μονή Παντελεήμονος Αγίου Όρους.



Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ἐκ γῆς ὁ καλέσας σε πρὸς οὐρανίους μονάς, τηρεῖ καὶ μετὰ θάνατον ἀδιαλώβητον τὸ σκῆνός σου ὅσιε. Σὺ γὰρ ἐν τῇ Ἀσία ὡς αἰχμάλωτος ἤχθης, ἔνθα καὶ ὠκειώθης τῷ Χριστῷ Ἰωάννη. Αὐτὸν οὖν ἱκέτευε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


-----------------------------------------------------------------



+  The blessed John the Russian (1690-1730) was enslaved by the Turks, but lived his life in holy humility and miracles. His feast day is commemorated by the Church on May 27.

St John was born around 1690 in the south of Russia to pious Orthodox parents. Upon reaching maturity he was called to service in the army of Peter I, to serve as a simple soldier. During the Prutsk campaign of the Russo-Turkish war he was taken prisoner. As the case then, he ended up as a slave of the Turkish cavalry commander who took John to his home in the village of Prokopion, near Caesarea in Asia Minor.
Like all captured Christian soldiers, John was threatened, tortured, subjected to all means to convert him to the Moslem faith. John was resolute in his resistance to this inhumane treatment, bravely enduring humiliations and beatings. Noting John’s firm faith, his master’s heart softened and John was assigned to take care of his master’s stable, which also became his living quarters. Recalling the cave and manger where his Savior came into the world, John rejoiced in his small dark corner of the stable as a little paradise where he could freely pray and offer praises to the true God. Occasionally, John would leave his bed to keep vigil at the nearby Church of the Great Martyr George, and on Saturdays and Feast days receive Holy Communion.
As the cavalry commander prospered, he understood his blessings and prosperity came through his servant John, and noted this to his fellow citizens.
Foreseeing his end, John called for a priest from the church he had attended and asked to partake of the immaculate mysteries. The priest was afraid to openly bring the Eucharist into the stable. Being divinely inspired, he dug the core out of an apple and lined the cavity with beeswax and placed the communion inside. He then visited the saint at the stables and gave him Communion. After receiving communion, John fell asleep in the Lord on May 27, 1730. He was about forty years old.
His relics were brought from the village of Prokopion to Euboea by refugees from Urgup in Cappadocia, after the Asia Minor Disaster of 1922-24. For several decades the relics were in the church of Ss. Constantine and Helen at New Prokopion, Euboia, and in 1951 they were transferred to a new church dedicated to St John the Russian (within the new Monastery of Saint Jonh the Russian). St. John's body is small, and he is clothed in a garment similar to an altar server. His face is dark and is covered by a gold mask; one of his exposed hands is also quite dark. Thousands of pilgrims flock here from all the corners of Greece, particularly on his feast day (May 27).
St. John the Russian is widely venerated on Mount Athos, particularly in the Russian monastery of St. Panteleimon.

Apolytikion (Tone 4)
He that hath called thee from earth unto the heavenly abodes doth even after thy death keep thy body unharmed, O righteous one; for thou wast carried off as a prisoner into Asia wherein also, O John, thou didst win Christ as thy friend. Wherefore do thou beseech him that our souls be saved.


Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Χριστός Παντοκράτωρ - Christ Pantokrator

                               22x30cm - 8,5x11,8inch
                               Egg tempera and gold leaf on background 22K

Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

Γ΄ Κυριακή των Νηστειών - της Σταυροπροσκυνήσεως/ 3rd Sunday of Great Lent, Veneration of the Cross

                               30X45cm - 11,8X17,7inch.
                                Egg tempera.

+ Η άσκηση των αρετών δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πέρα από την προσωπική ισχυρή θέληση, είναι απαραίτητη και η αγιαστική δύναμη της Εκκλησίας μας. Έτσι οι άγιοι Πατέρες όρισαν, καταμεσής της αγίας Τεσσαρακοστής να προσκυνείται ο Τίμιος Σταυρός του Κυρίου, για να λαμβάνουμε οι πιστοί από αυτόν χάρη και δύναμη για να συνεχίσουμε με σθένος τον πνευματικό μας αγώνα.

Ο Σταυρός του Χριστού είναι το καύχημα της Εκκλησίας μας και το αήττητο όπλο κατά των δυνάμεων του κακού. Πάνω σε αυτόν συντρίφτηκε το κράτος του διαβόλου και εκμηδενίστηκε η δύναμή του. Από αυτόν πήγασε η απολύτρωση και η αθανασία στο ανθρώπινο γένος. Η Εκκλησία μας ψάλλει θριαμβευτικά: «Κύριε όπλον κατά του διαβόλου τον Σταυρόν Σου ημίν δέδωκας , φρίττει γαρ και τρέμει, μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν » και «Νυν εμφανιζόμενος ο Σταυρός, δύναμιν παρέχη εν τω μέσω των νηστειών, τοις το θείον σκάμμα, ανύουσι προθύμως ΄ αυτόν μετ ' ευάβείας , κατασπαζόμεθα ».

Από φονικό και έχθιστο μέσον εκτέλεσης κακούργων μεταβλήθηκε σε μέσον αγιασμού και νοητή ασπίδα προστασίας από τις επιβουλές του Εωσφόρου και των σκοτεινών πεσόντων αγγέλων του. Άλλοι τον παρομοιάζουν με ισχυρό κυματοθραύστη κατά των κλυδωνισμών της ζωής, που προκαλεί το κακό και η αμαρτία. Η σωματική κόπωση της νηστείας και η ψυχική νωχέλεια του πνευματικού αγώνα είναι δυο βασικοί παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να αναστείλουν τη νηπτική πορεία του πιστού. Η αγιαστική δύναμη του Σταυρού είναι το αντίδοτο σ' αυτή την κατάσταση.

Ο Σταυρός του Χριστού, εκτός από θείο σύμβολο της Εκκλησίας μας, έχει και ηθική σημασία για τον κάθε πιστό. Όπως ο Κύριος έφερε το δικό Του Σταυρό στο Γολγοθά, φορτωμένος τις ανομίες ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους, έτσι και ο πιστός του Χριστού, φέρει αυτός τον προσωπικό του σταυρό, τον αγώνα για σωτηρία και τελείωση. Ο δρόμος για τη σωτηρία είναι πραγματικός Γολγοθάς και απαιτεί αυταπάρνηση σε όσους τον ανεβαίνουν. Το βεβαίωσε ο Κύριος: « όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν , απαρνησάσθω ευατόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι » (Μαρκ.8,34). Η αγία περίοδος του Τριωδίου είναι κατ' εξοχήν σταυρική πορεία και νοητή σταύρωση των παθών μας.

Γι' αυτό η αγία μας Εκκλησία αφιέρωσε την Κυριακή αυτή στην προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού. Οι πιστοί αντλώντας χάρη από αυτόν, δυναμωμένοι πια και ανανεωμένοι, αντιπαρερχόμαστε τα εμπόδια που στήνει ο πονηρός και βαδίζουμε την ουρανοδρόμο ατραπό με οδηγό τη χαρά και τη λαχτάρα να συναντήσουμε τον αναστάντα Κύριό μας Ιησού Χριστό την αγία και λαμπροφόρο η ημέρα της εγέρσεώς Του.
-----------------------------------------
+ The Third Sunday of Lent is that of the Veneration of the Cross. The cross stands in the midst of the church in the middle of the lenten season not merely to remind men of Christ’s redemption and to keep before them the goal of their efforts, but also to be venerated as that reality by which man must live to be saved. “He who does not take up his cross and follow me is not worthy of me” (Mt.10:38). For in the Cross of Christ Crucified lies both “the power of God and the wisdom of God” for those being saved (1 Cor.1:24).
The commemoration and ceremonies of the Third Sunday of Lent are closely parallel to the feasts of the Veneration of the Cross (September 14) and the Procession of the Cross (August 1). Not only does the Sunday of the Holy Cross prepare us for commemoration of the Crucifixion, but it also reminds us that the whole of Lent is a period when we are crucified with Christ.
As we have “crucified the flesh with its passions and desires” (Galatians 5:24), and will have mortified ourselves during these forty days of the Fast, the precious and life-giving Cross is now placed before us to refresh our souls and encourage us who may be filled with a sense of bitterness, resentment, and depression. The Cross reminds us of the Passion of our Lord, and by presenting to us His example, it encourages us to follow Him in struggle and sacrifice, being refreshed, assured, and comforted. In other words, we must experience what the Lord experienced during His Passion - being humiliated in a shameful manner. The Cross teaches us that through pain and suffering we shall see the fulfillment of our hopes: the heavenly inheritance and eternal glory.
As they who walk on a long and hard way and are bowed down by fatigue find great relief and strengthening under the cool shade of a leafy tree, so do we find comfort, refreshment, and rejuvenation under the Life-giving Cross, which our Fathers “planted” on this Sunday. Thus, we are fortified and enabled to continue our Lenten journey with a light step, rested and encouraged.
Or, as before the arrival of the king, his royal standards, trophies, and emblems of victory come in procession and then the king himself appears in a triumphant parade, jubilant and rejoicing in his victory and filling those under him with joy, so does the Feast of the Cross precede the coming of our King, Jesus Christ. It warns us that He is about to proclaim His victory over death and appear to us in the glory of the Resurrection. His Life-Giving Cross is His royal scepter, and by venerating it we are filled with joy, rendering Him glory. Therefore, we become ready to welcome our King, who shall manifestly triumph over the powers of darkness.
The present feast has been placed in the middle of Great Lent for another reason. The Fast can be likened to the spring of Marah whose waters the children of Israel encountered in the wilderness. This water was undrinkable due to its bitterness but became sweet when the Holy Prophet Moses dipped the wood into its depth. Likewise, the wood of the Cross sweetens the days of the Fast, which are bitter and often grievous because of our tears. Yet Christ comforts us during our course through the desert of the Fast, guiding and leading us by His hand to the spiritual Jerusalem on high by the power of His Resurrection.
Moreover, as the Holy Cross is called the Tree of Life, it is placed in the middle of the Fast, as the ancient tree of life was placed in the middle of the garden of Eden. By this, our Holy Fathers wished to remind us of Adam’s gluttony as well as the fact that through this Tree has condemnation been abolished. Therefore, if we bind ourselves to the Holy Cross, we shall never encounter death but shall inherit life eternal
- See more at: http://lent.goarch.org/sunday_of_the_cross/learn/#sthash.0mQIUujR.dpuf
The commemoration and ceremonies of the Third Sunday of Lent are closely parallel to the feasts of the Veneration of the Cross (September 14) and the Procession of the Cross (August 1). Not only does the Sunday of the Holy Cross prepare us for commemoration of the Crucifixion, but it also reminds us that the whole of Lent is a period when we are crucified with Christ.
As we have “crucified the flesh with its passions and desires” (Galatians 5:24), and will have mortified ourselves during these forty days of the Fast, the precious and life-giving Cross is now placed before us to refresh our souls and encourage us who may be filled with a sense of bitterness, resentment, and depression. The Cross reminds us of the Passion of our Lord, and by presenting to us His example, it encourages us to follow Him in struggle and sacrifice, being refreshed, assured, and comforted. In other words, we must experience what the Lord experienced during His Passion - being humiliated in a shameful manner. The Cross teaches us that through pain and suffering we shall see the fulfillment of our hopes: the heavenly inheritance and eternal glory.
As they who walk on a long and hard way and are bowed down by fatigue find great relief and strengthening under the cool shade of a leafy tree, so do we find comfort, refreshment, and rejuvenation under the Life-giving Cross, which our Fathers “planted” on this Sunday. Thus, we are fortified and enabled to continue our Lenten journey with a light step, rested and encouraged.
Or, as before the arrival of the king, his royal standards, trophies, and emblems of victory come in procession and then the king himself appears in a triumphant parade, jubilant and rejoicing in his victory and filling those under him with joy, so does the Feast of the Cross precede the coming of our King, Jesus Christ. It warns us that He is about to proclaim His victory over death and appear to us in the glory of the Resurrection. His Life-Giving Cross is His royal scepter, and by venerating it we are filled with joy, rendering Him glory. Therefore, we become ready to welcome our King, who shall manifestly triumph over the powers of darkness.
The present feast has been placed in the middle of Great Lent for another reason. The Fast can be likened to the spring of Marah whose waters the children of Israel encountered in the wilderness. This water was undrinkable due to its bitterness but became sweet when the Holy Prophet Moses dipped the wood into its depth. Likewise, the wood of the Cross sweetens the days of the Fast, which are bitter and often grievous because of our tears. Yet Christ comforts us during our course through the desert of the Fast, guiding and leading us by His hand to the spiritual Jerusalem on high by the power of His Resurrection.
Moreover, as the Holy Cross is called the Tree of Life, it is placed in the middle of the Fast, as the ancient tree of life was placed in the middle of the garden of Eden. By this, our Holy Fathers wished to remind us of Adam’s gluttony as well as the fact that through this Tree has condemnation been abolished. Therefore, if we bind ourselves to the Holy Cross, we shall never encounter death but shall inherit life eternal
- See more at: http://lent.goarch.org/sunday_of_the_cross/learn/#sthash.0mQIUujR.dpuf

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

Άγιος Ευφρόσυνος ο μάγειρας - Saint Euphrosynus the Cook, of Alexandria

                                                              22x30cm - 8,5x12inch
                                               Egg tempera and gold leaf 22k on background

+ Αγράμματος και αγροίκος χωρικός ο Όσιος Ευφρόσυνος σε ανδρική ηλικία εγκατέλειψε τον κόσμο και εισήλθε σε κοινόβιο, όπου εκάρη μοναχός. Περιφρονημένος από τους συμμοναστές του για την απαιδευσία και την απλοϊκότητά του, εγκολπώθηκε την ταπείνωση του Χρίστου και τους υπηρετούσε στην διακονία του μαγειρείου. Και καθώς πάντα ήταν κατάκαπνισμένος από την ανθρακιά και τις στάχτες, όλοι τον περιγελούσαν και τον ενέπαιζαν, άλλα και δαρμούς δεχόταν από τους αμελέστερους που έβρισκαν αφορμή την σιωπή και την ανεξικακία του. Αυτός όμως ο μακάριος με γενναιότητα καρδίας υπέμεινε τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις και άλλοτε μεν λουσμένος στον ιδρώτα, άλλοτε δε λαχανιασμένος και χαρούμενος, διήνυε εν τω κρύπτω το στάδιο των αρετών διαφεύγοντας την προσοχή των ανθρώπων.

Στο κοινόβιο εκείνο υπήρχε κάποιος ενάρετος ιερεύς, ο οποίος επί τρία χρόνια με νηστείες και προσευχές ικέτευε τον Θεό να του δείξει τα αγαθά, «ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α’ Κορ. 2, 9). Μία νύκτα, ενώ κοιμόταν, αρπάχθηκε ο νους του στον παράδεισο, σε πάντερπνο και μυροβόλο κήπο γεμάτο πολυποίκιλα δένδρα, εύοσμα άνθη και διαυγέστατα τρεχούμενα νερά, που γλώσσα ανθρώπου δεν μπορεί να περιγράψει. Ενώ διαλογιζόταν τίνος άραγε να είναι ο θαυμάσιος εκείνος παράδεισος, βλέπει τον μάγειρα της μονής Ευφρόσυνο στο μέσον του κήπου να απολαμβάνει τα άρρητα αγαθά. Έκπληκτος τον ρώτησε πως βρέθηκε εκεί και αν αυτός ήταν ο τόπος που ετοίμασε ο Θεός για όσους τον αγαπούν. Ο Ευφρόσυνος του είπε: «Εγώ μεν, τίμιε πάτερ, όπως γνωρίζεις, δεν ξεύρω γράμματα - από σας ακούω αυτά που λέγει ο Απόστολος. Επειδή όμως ελάχιστα βιάσαμε τον εαυτό μας, βλέπομε ένα μέρος από αυτά που ο Θεός ετοίμασε για όσους τον αγαπούν διότι άνθρωπος που φορεί σάρκα δεν θα αντέξει να δει περισσότερα». Ο ιερεύς τον ρώτησε αν είχε έλθει και άλλη φορά - ο Ευφρόσυνος του απάντησε: «Με την χάρη του θεού εδώ μένω πάντοτε και είμαι φύλακας του κήπου». Τότε ο ιερεύς του έδειξε τρία ωραιότατα μεγάλα μήλα και τον ερώτησε αν είχε εξουσία να του τα δώσει. Ο Ευφρόσυνος τα έκοψε αμέσως και του τα έβαλε στο ράσο.

Την ώρα εκείνη κτύπησε το σήμαντρο για την ακολουθία του όρθρου. Ο ιερεύς, αναπηδώντας από το κλινάρι του, νόμιζε πως είχε δει όνειρο και εξεπλάγη όταν μέσα στο ράσο του βρήκε τους τρεις παραδείσιους καρπούς. Στον ναό είδε τον Ευφρόσυνο να στέκεται όπως πάντα στο στασίδι του. Πέφτοντας στα πόδια τον εκλιπαρούσε να του πει που βρισκόταν εκείνη την νύκτα. «Εκεί ήμουν, πάτερ», του απάντησε, «όπου με βρήκες». «Και τι μου έδωσες, δούλε τού Θεού; πες μου», ρώτησε πάλι ο ιερεύς. «Τρία μήλα ζήτησες και σού τα έδωσα», του αποκρίθηκε με ταπείνωση ο μάγειρας. Ο ιερεύς του έβαλε μετάνοια και πήγε στην θέση του. Μετά την απόλυση έφερε από το κελλί του τα τρία μήλα, τα έδειξε στους αδελφούς και διηγήθηκε όσα συνέβησαν την νύκτα. Εκείνοι θαύμασαν και δόξασαν τον Θεό. Έπειτα τα κατατεμάχισαν και τα έβαλαν σε δίσκο. Όσοι μετέλαβαν από την ευλογία τού δεσποτικού κήπου θεραπεύθηκαν από κάθε ασθένεια.

Ο δε μακάριος Ευφρόσυνος, την ώρα που οι μοναχοί άκουγαν προσεκτικά την διήγηση του ιερέως, άνοιξε την πλάγια θύρα της εκκλησίας και, φεύγοντας την ανθρώπινη δόξα, απομακρύνθηκε από την μονή και δεν φάνηκε ποτέ πιά.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ταπεινώσει καρδίας Πάτερ Εὐφρόσυνε, τῷ μαγειρείῳ προσφέρων διακονίαν τὴν σήν, ἐπληρώθης ἀληθῶς Ἁγίου Πνεύματος· ὅθεν ἐγνώρισεν ἡμῖν, τὴν σὴν δόξαν ὁ Θεός, δι’ ἱερέως ὁσίου· ἧς καὶ ἡμᾶς θεοφόρε, μετόχους δεῖξον ταῖς πρεσβείαις σου.
-----------------------------------------------------------------

+ Saint Euphrosynus the Cook was from one of the Palestinian monasteries, and his obedience was to work in the kitchen as a cook. Toiling away for the brethren, St Euphrosynus did not absent himself from thought about God, but rather dwelt in prayer and fasting. He remembered always that obedience is the first duty of a monk, and therefore he was obedient to the elder brethren.
The patience of the saint was amazing: they often reproached him, but he made no complaint and endured every unpleasantness. St Euphrosynus pleased the Lord by his inner virtue which he concealed from people, and the Lord Himself revealed to the monastic brethren the spiritual heights of their unassuming fellow-monk.
One of the priests of the monastery prayed and asked the Lord to show him the blessings prepared for the righteous in the age to come. The priest saw in a dream what Paradise is like, and he contemplated its inexplicable beauty with fear and with joy.
He also saw there a monk of his monastery, the cook Euphrosynus. Amazed at this encounter, the presbyter asked Euphrosynus, how he came to be there. The saint answered that he was in Paradise through the great mercy of God. The priest again asked whether Euphrosynus would be able to give him something from the surrounding beauty. St Euphrosynus suggested to the priest to take whatever he wished, and so the priest pointed to three luscious apples growing in the garden of Paradise. The monk picked the three apples, wrapped them in a cloth, and gave them to his companion.
When he awoke in the early morning, the priest thought the vision a dream, but suddenly he noticed next to him the cloth with the fruit of Paradise wrapped in it, and emitting a wondrous fragrance. The priest, found St Euphrosynus in church and asked him under oath where he was the night before. The saint answered that he was where the priest also was. Then the monk said that the Lord, in fulfilling the prayer of the priest, had shown him Paradise and had bestown the fruit of Paradise through him, “ the lowly and unworthy servant of God, Euphrosynus.”
The priest related everything to the monastery brethren, pointing out the spiritual loftiness of Euphrosynus in pleasing God, and he pointed to the fragrant paradaisical fruit. Deeply affected by what they heard, the monks went to the kitchen, in order to pay respect to St Euphrosynus, but they did not find him there. Fleeing human glory, the monk had left the monastery. The place where he concealed himself remained unknown, but the monks always remembered that their monastic brother St Euphrosynus had come upon Paradise, and that they in being saved, through the mercy of God would meet him there. They reverently kept and distributed pieces of the apples from Paradise for blessing and for healing.


Troparion — Tone 4
You lived in great humility, / In labors of asceticism and in purity of soul, / O righteous Euphrosynos, / By a mystical vision you demonstrated the Heavenly joy which you had found. / Therefore make us worthy to be partakers of your intercessions.