Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Συντήρηση εικόνας (Άγιος Γεώργιος) - Restoring the icon of Saint George

Άγιος Γεώργιος, εικόνα τέλη 20ου αιώνα. Καθαρισμός και συντήρηση. 
Saint George by unknown master, early 20th century
Restoring and cleaning.
detail
detail 2
detail 3


Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Η Πυρφόρος ανάβασις του Προφήτου Ηλιού - The Holy Prophet Elias (Ilias or Elijah)

22x30cm/ 8,6x 11,8inch.
Egg tempera

Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του στις 20 Ιουλίου κάθε χρόνο.

 
«Άρμα πυρός και ίπποι πυρός... και ανελήφθη Ηλίας εν συσσεισμώ ως εις τον ουρανόν» (Βασ. Δ΄ 2,11).
Αναλαμβανόμενος σωματικώς στα ύψη ο Προφήτης Ηλίας με αυτήν την πυρφόρο ανάβαση, προτύπωσε την ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και με την πέμψη της μηλωτής του στον Προφήτη Ελισσαίο προανήγγειλε την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής.

------------------------------
 Commemorated on July 20

      The Holy Prophet Elias (Ilias) (Elijah) – one of the greatest of the prophets and the first dedicated to virginity in the Old Testament – he was born in Galaadian Thesbia (Tishbe) into the Levite tribe 900 years before the Incarnation of the Word of God. Because of his fiery zeal for the Glory of God the Prophet Elias was taken up alive to Heaven on a fiery chariot with horses.

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός - Saint Andrew the fool for Christ

22x30 cm / 8,6x 11,8inch.
Egg tempera and gold leaf on halo 22k
+ Ο βίος του Αγίου Ανδρέου συντάχθηκε από τον πρεσβύτερο Νικηφόρο της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, περί τα μέσα του 10ου αιώνος μ.Χ. (956 - 959 μ.Χ.), επί βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ' Πορφυρογέννητου.

Ο Άγιος Ανδρέας, ο διά Χριστόν σαλός, καταγόταν από την Σκυθία και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ' του Σοφού (886 - 912 μ.Χ.). Από παιδική ηλικία είχε πουληθεί ως δούλος σε κάποιον πρωτοσπαθάριο και στρατηλάτη της Ανατολής, ονομαζόμενο Θεόγνωστο, άνδρα ενάρετο και ευσεβή, ο οποίος τόσο αγάπησε τον μικρό Ανδρέα, ώστε τον μεταχειρίστηκε ως υιό του, φροντίζοντας για την επιμελή και θεοσεβή μόρφωση αυτού.

Τον Ανδρέα είλκυαν περισσότερο από κάθε άλλο τα ιερά γράμματα και ιδιαίτερα οι Βίοι και τα Μαρτύρια των αγωνιστών της Χριστιανικής πίστεως. Τέτοιος δε υπήρξε ο ζήλος του προς αυτά, ώστε αποκλήθηκε «σαλός» (μωρός), διότι ο ζήλος του αυτός τον ωθούσε πολλές φορές στο να υπομένει εμπαιγμούς, ταπεινώσεις και βαριές ύβρεις και να προβαίνει σε διαβήματα που κρίνονται ως ανισόρροπα και εκκεντρικά. Αλλά εκείνος υπέμενε τους εξευτελισμούς, παρηγορούμενος από το ότι πολλές φορές πετύχαινε να επαναφέρει στην ευθεία οδό παραστρατημένες υπάρξεις.

Αλλά ο Άγιος Ανδρέας διακρινόταν και για την φιλανθρωπία και την αγαθοποιία του. Όχι μόνο μοιραζόταν τα υπάρχοντά του με τους φτωχούς, αλλά προσέφερε ότι είχε και ο ίδιος έμενε νηστικός και γυμνός. σε εκείνους που τον παρατηρούσαν για τις υπερβολικές αγαθοεργίες του, υπενθύμιζε τους λόγους του Κυρίου «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε», και τους έλεγε ότι στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου, και μάλιστα του πάσχοντος αδελφού, έβλεπε τον Χριστό.

Ο Άγιος, σε μία ολονύκτια Ακολουθία στο ναό των Βλαχερνών είδε τη Θεοτόκο στον ουρανό προσευχόμενη και σκέπουσα το λαό με το τίμιο ωμοφόριό της (1 και 28 Οκτωβρίου).

Κάποια ημέρα συνέβη κάτι παράδοξο στο θεράποντα του Κυρίου. Κατά την συνήθειά του, για να μην γνωρίζει κανείς την εργασία του στους προθάλαμους των εκκλησιών, όπου προσευχόταν, πορευόταν κρυφά προς το ναό της Πανυμνήτου Θεοτόκου, στην αριστερά στοά της αγοράς του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Έτυχε, τότε, κάποιο παιδί να διέρχεται τη λεωφόρο, εκτελώντας διαταγή του κυρίου του. Ο Όσιος πήγαινε προς το ναό για να προσευχηθεί· το παιδί τάχυνε το βήμα του και τον πρόφθασε, χωρίς ο Όσιος να το αντιληφθεί. Όταν έφθασε προ των πυλών του ναού ο Ανδρέας, Θεού θέλοντος, εξέτεινε τη δεξιά του χείρα και αφού σφράγισε με το σημείο του τιμίου Σταυρού τις πύλες, αυτές ευθύς υποχώρησαν. Εισήλθε στο ναό και άρχισε τις προσευχές, μη γνωρίζοντας ότι κάποιος τον παρακολουθούσε. Το παιδί, το οποίο ακολουθούσε τον Όσιο, γνώριζε ότι ο άνθρωπος ήταν σαλός. Όταν τον είδε να ανοίγει αυτομάτως τις πύλες του ναού, έφριξε και κυριεύθηκε από τρόμο· έλεγε, λοιπόν, στον εαυτό του: «Ποιόν δούλο του Θεού οι κατά αλήθειαν μωροί σαλό ονομάζουν! Πόσο μεγάλος άγιος είναι, και εμείς οι ανόητοι αγνοούμε! Πόσους κρυφούς δούλους έχει ο Θεός και ουδείς γνωρίζει τα περί αυτών!».

Αυτά λογιζόταν το παιδί και πλησίασε, για να μάθει τί κάνει ο Άγιος εντός του ναού· βλέπει, λοιπόν, αυτόν προ του άμβωνος να κρέμεται στον αέρα και να προσεύχεται. Κατεπλάγη από το παράδοξο τούτο θέαμα και αναχώρησε, για να εκτελέσει την διαταγή του κυρίου του. Ο Όσιος τελείωσε την προσευχή του και έφυγε. Εξερχόμενος από το ναό, ασφάλισε πάλι τις θύρες με το σημείο του Σταυρού. Τότε αντιλήφθηκε την παρουσία του παιδιού και λυπήθηκε, επειδή κάποιος οικέτης έγινε θεατής των συμβάντων· ανέμενε την επιστροφή του παιδιού, για να του παραγγείλει να μην αποκαλύψει τα περί του Οσίου. Συνάντησε το παιδί και είπε: «Φύλαξε, τέκνον, όλα όσα είδες στον τόπο τούτο και θα έχεις το έλεος του Κυρίου του Θεού».

Μία ημέρα, προς το τέλος της αγίας Τεσσαρακοστής, ο λαός της βασιλευούσης των πόλεων, της Κωνσταντινουπόλεως, επευφημούσε τον Δεσπότη Χριστό μετά βαΐων και ύμνων. Βλέπει, τότε, ο μακάριος Ανδρέας, κάποιον γέροντα, ωραίο κατά την εξωτερική εμφάνιση, να εισέρχεται στο ναό της του Θεού Σοφίας. Πλήθος λαού τον ακολουθούσε, με βάια και σταυρούς, οι οποίοι έλαμπαν ως αστραπή· μελωδούσαν μέλος τερπνό, ηδύ και σωτήριο. Ο ένας στον άλλο παραχωρούσε το προβάδισμα και όλοι κατευθύνονταν προς τον άμβωνα. Ο γέροντας εκείνος κατείχε κινύρα και έκρουε τις χορδές συνοδεύοντας τους ψάλτες. Ο μακάριος ετέρπετο από το θέαμα και την ψαλμωδία· σκίρτησε και είπε: «Μνήσθητι Κύριε τοῦ Δαβὶδ καὶ πάσης τῆς πραότητος αὐτοῦ. Ἰδού, ἀκούσαμε τὴν Κυρία τὴν Κυριοπρεσβεύτρια καὶ τὴν εὑρήκαμε ὅμοια πρὸς τὴ Σοφίαν τὴν τερπνή».

Αυτά έλεγε ο Άγιος. Κάποιοι από τους παρευρισκόμενους σοφούς έλεγαν: «Πώς, σαλέ; Αναφέρεται στο στίχο αυτό του ψαλμού η Παναγία; Τί είναι αυτά τα οποία λέγεις;». και εξ αιτίας της άγνοιάς τους γέλασαν και αναχώρησαν. Ο μακάριος τα έλεγε αυτά επειδή είδε τον Δαβίδ με άλλους Προφήτες να έχουν έλθει εκεί.

Έτσι θεοφιλώς έζησε ο διά Χριστόν σαλός Άγιος Ανδρέας και κοιμήθηκε με ειρήνη σε ηλικία εξήντα έξι ετών. Ευθύς ευωδίασαν μύρα και θυμιάματα στον τόπο εκείνο, όπου άφησε το πνεύμα του ο Άγιος. Μία γυναίκα φτωχή, η οποία διέμενε πλησίον οσφράνθηκε την ηδύπνοο και ασύγκριτη ευωδία. την ακολούθησε, λοιπόν, αυτή και έφθασε στον τόπο εκείνο όπου έκειτο ο Άγιος. Βρήκε τον μακάριο νεκρό· ήδη δε ανέβλυζε μύρο από το τίμιο λείψανό του. Έτραξε, λοιπόν, και ανήγγειλε το θαύμα, επικαλούμενη με όρκο ως μάρτυρα τον Θεό. Πολλοί συγκεντρώθηκαν τότε, αλλά δεν βρήκαν το τίμιο λείψανο του Αγίου. Τους προκαλούσε κατάπληξη, όμως, η ευοσμία του μύρου και των θυμιαμάτων. Ο Κύριος, ο Οποίος γνωρίζει τα κρίματα εκάστου και τα απόκρυφα κατορθώματα του Αγίου, μετέθεσε το λείψανο του Αγίου.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι ο Άγιος Ανδρέας έγραψε πολλές προφητείες οι οποίες δεν εκδόθηκαν ποτέ και βρίσκονται στην Μονή Iβήρων.


Προσευχή του Αγίου Ανδρέου προ της μακαρίας κοιμήσεώς του

«Ὁ Πατέρας, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, Τριὰς ἡ ζωοποιὸς καὶ ὁμοούσιος, σύνθρονος καὶ ἀμέριστος, παρακαλοῦμέν Σε οἱ πένητες, οἱ ξένοι, οἱ πτωχοὶ καὶ γυμνοί· οἱ μὴ ἔχοντες ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι· ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου κλίνομεν τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, τῆς καρδίας καὶ τοῦ πνεύματος καὶ δεόμεθά Σου καὶ ἱκετεύομέν Σε, τὸν Θεόν, τὸ φοβερὸν ὄνομα Σαβαώθ· ἀγαθὲ καὶ ἅγιε Δέσποτα, πλαστουργέ, ποιητά, παντοκράτωρ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ πρόσδεξε εὐμενῶς τὴν ἱκετήριον δέησιν ἡμῶν τῶν ταπεινῶν καὶ ἀξίωσόν μας νὰ ἁγιασθῶμεν, ἐν τῇ δυνάμει καὶ τῷ ὀνόματί Σου, Κύριε, οἰκτίρμον, ἐλεῆμον, μακρόθυμε καὶ πολυέλεε. Ἐλθέ, Πατέρα, Υἱὲ καὶ Πνεῦμα Ἅγιο· ἐλθέ, τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μετὰ συμπαθείας διὰ τὰ παραπτώματά μας, τὰ ἐν λόγῳ ἢ ἔργῳ ἢ ἐν ἐνθυμήσει ἢ διανοίᾳ. Πάριδε καὶ ἄφες ταῦτα ἀγαθέ, εὔσπλαχνε, ἐλεῆμον, πολυέλεε. Καὶ μὴ μᾶς καταισχύνῃς· μὴ μᾶς ἀπορρίψῃς ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου· Σύ, ὁ Ὁποῖος ἀπὸ ἀγάπην ὑπερβολικὴν καὶ γλυκυτάτην φιλανθρωπίαν, κάμπτεσαι ἀπὸ τὰς προσευχὰς τῶν φίλων Σου».

Εορτάζει στις 28 Μαΐου εκάστου έτους.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
Μωρίαν ἑκούσιον διὰ Χριστὸν τὸν Θεόν, ἐπόθησας Ὅσιε, τὸν σοφιστὴν ἀληθῶς, μωράνας καὶ ἤνυσας, μέσον πολλῶν θορύβων, τὸν ἀγῶνα Ἀνδρέα· ὅθεν σε ὁ Δεσπότης, Παραδείσου πρὸς πλάτος, ἐσκήνωσε πρεσβεύειν ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὸν ἑκουσίως κακουχούμενον, πενόμενον, ἐμπαροινούμενον ἑκάστοτε, τυπτόμενον, λιθαζόμενον καὶ θέατρον ἐποφθέντα κόσμῳ μέλψωμεν Ἀνδρέαν ὁσιώτατον, ὥσπερ σαλὸν διὰ Χριστὸν πολιτευσάμενον, πόθῳ κράζοντες· Χαίροις, Πάτερ θεόληπτε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος α´. Χορὸς ἀγγελικός.
Τὸν βίον εὐσεβῶς, ἐκτελέσας θεόφρον, δοχεῖον καθαρόν, τῆς Τριάδος ἐδείχθης, Ἀνδρέα μακάριε, καὶ Ἀγγέλων ὁμόσκηνος· ὅθεν αἴτησαι τὸν ἱλασμὸν καὶ εἰρήνην, τοῖς τιμῶσί σε, καὶ ἐκτελοῦσι σὴν μνήμην, δοθῆναι πρεσβείαις σου.

Κάθισμα
Ἦχος γ´. Τὴν ὡραιότητα.
Σταυρὸν ἐπ᾿ ὤμων σου, ἀναλαβόμενος, προθύμως ὅσιε κατηκολούθησας, τῷ σταυρωθέντι δι᾿ ἡμᾶς, ἀδίκως μαστιζόμενος, λίθοις τε βαλλόμενος, δαιμόνων προσποιούμενος, ζήσας ὑπὲρ ἄνθρωπον, μάκαρ βίον ἰσάγγελον διὸ καὶ σὺν ἀγγέλοις χορεύων, μέμνησο μάκαρ τῶν τιμώντων σε.

Ὁ Οἶκος
Ἄγγελοι προσποιήσεις τὰς μωράς σου, Ἀνδρέα, ἐθαύμασαν, πανόσιε πάτερ, ὅτι πέλων σοφὸς ἀληθῶς ὡς σαλὸς ἐβίως, δαιμόνων, ἔξηχος καὶ ἀνο μος· διόπερ νῦν βοῶμέν σοι ἀξιόχρεως·Χαῖρε, ἀπαύγασμα ἐγκρατείας·χαῖρε, θησαύρισμα ἀπαθείας.Χαῖρε, τοῦ Χριστοῦ ἐν σαρκὶ φέρων στίγματα·χαῖρε, τοῦ ἐχθροῦ ὁ συντρίψας φρυάγματα.Χαῖρε, πάτερ, ἐνδιαίτημα προσποιήσεων μωρῶν·χαῖρε, ἄνερ, καλλιέργημα προσφερθεὶς διὰ Χριστόν.Χαῖρε, ὅτι κατεῖδες Παραδείσου τὸ κάλλος·χαῖρε, ὅτι ἀνεῖλες ἀρχεκάκου τὸ μένος.Χαῖρε, αὐτόπτης τῆς Σκέπης Παρθένου·χαῖρε, ὁ λάτρης τοῦ Λόγου Ὑψίστου.Χαῖρε, σοφῶς σὺν κυσὶν ὁ βιώσας·χαῖρε, σαφῶς ὡς σαλὸς διαπρέψας.Χαίροις, Πάτερ θεόληπτε.

Μεγαλυνάριον
Σοῦ ἡ ὑπὲρ ἄνθρωπον βιοτή, ἐξέπληξε νόας, καὶ δαιμόνων τοὺς ζοφερούς, πῶς γυμνὸς Ἀνδρέα, καὶ ἔξηχον τὸν τρόπον, λαθὼν ἐπολιτεύσω· διὸ τιμῶμέν σε.
-----------------------------------------------------------------
+Blessed Andrew, Fool-for-Christ, was a Slav and lived in the tenth century at Constantinople. From his early years, he loved God’s Church and the Holy Scriptures. Once during a dream, the saint beheld a vision of two armies. In the one were men in radiant garb, in the other, black and fiercesome devils. An angel of God, who held wondrous crowns, said to Andrew, that these crowns were not adornments from the earthly world, but rather a celestial treasure, with which the Lord rewards His warriors, victorious over the dark hordes. “Proceed with this good deed,” the angel said to Andrew. “Be a fool for My sake and you will receive much in the day of My Kingdom.”
The saint perceived that it was the Lord Himself summoning him to this deed. From that time Andrew began to go about the streets in rags, as though his mind had become muddled. For many years the saint endured mockery and insults. With indifference he underwent beatings, hunger and thirst, cold and heat, begging alms and giving them away to the poor. For his great forebearance and humility the saint received from the Lord the gift of prophecy and wisdom, saving many from spiritual perils, and he unmasked the impiety of many.
While praying at the Blachernae church, Saint Andrew beheld the Most Holy Mother of God, holding her veil over those praying under her Protection (October 1). Blessed Andrew died in the year 936.

The Orthodox Church commemorates the Saint, every year on 28th May.


Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Ο Άγιος Απόστολος κι Ευαγγελιστής Λουκάς - Saint Apostle and Evangelist Luke

45x60cm / 17,7x23,6inch






 +  Ο Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και η εθνικότητα του ήταν Ελληνική. Ήταν γιατρός στο επάγγελμα, όμως γνώριζε πολύ καλά τη ζωγραφική τέχνη. Μάλιστα σε αυτόν αποδίδονται οι πρώτες εικόνες της Θεοτόκου με τον Ιησού Χριστό βρέφος στην αγκαλιά της (μία υπάρχει μέχρι σήμερα στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου), καθώς και αυτές των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου.

Στη χριστιανική πίστη κατηχήθηκε από τον Απόστολο Παύλο, τον οποίο συνάντησε στη Θήβα και έκτοτε αφοσιώθηκε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου. Περιόδευσε στη Δαλματία, Ιταλία, Γαλλία, Αχαΐα, Βοιωτία κ.α. Συνέγραψε το τρίτο κατά σειρά Ευαγγέλιο της Καινής Διαθήκης, καθώς και τις πράξεις των Αποστόλων.

Λέγεται ότι πέθανε με μαρτυρικό θάνατο (κατ' άλλους ειρηνικά σε ηλικία 80 ετών), και το 357 μ.Χ., το λείψανο του μετακομίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

Σημείωση: Όπως ιστορεί ο Nικόλαος Mαλαξός, σύμφωνα με ένα βασιλικό χρυσόβουλλο της Mονής του Mεγάλου Σπηλαίου, ο Ευαγγελιστής Λουκάς έγραψε το Ευαγγέλιο του δεκαπέντε χρόνια μετά την Aνάληψη του Κυρίου. Ο Ιππόλυτος ο Θηβαίος όμως τοποθετεί την συγγραφή του Ευαγγελίου στην Aλεξάνδρεια.


Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’.
Ἀπόστολε Ἅγιε, καὶ Εὐαγγελιστὰ Λουκᾶ, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.
 ...............................................................................................
+  The Holy Apostle and Evangelist Luke, was a native of Syrian Antioch, a companion of the holy Apostle Paul (Phil.1:24, 2 Tim. 4:10-11), and a physician enlightened in the Greek medical arts. Hearing about Christ, Luke arrived in Palestine and fervently accepted the preaching of salvation from the Lord Himself. As one of the Seventy Apostles, Saint Luke was sent by the Lord with the others to preach the Kingdom of Heaven during the Savior’s earthly life (Luke 10:1-3). After the Resurrection, the Lord Jesus Christ appeared to Saints Luke and Cleopas on the road to Emmaus.

Luke accompanied Saint Paul on his second missionary journey, and from that time they were inseparable. When Paul’s coworkers had forsaken him, only Luke remained to assist him in his ministry (2 Tim. 4:10-11). After the martyric death of the First-Ranked Apostles Peter and Paul, Saint Luke left Rome to preach in Achaia, Libya, Egypt and the Thebaid. He ended his life by suffering martyrdom in the city of Thebes.
Tradition credits Saint Luke with painting the first icons of the Mother of God. “Let the grace of Him Who was born of Me and My mercy be with these Icons,” said the All-Pure Virgin after seeing the icons. Saint Luke also painted icons of the First-Ranked Apostles Peter and Paul. Saint Luke’s Gospel was written in the years 62-63 at Rome, under the guidance of the Apostle Paul. In the preliminary verses (1:1-3), Saint Luke precisely sets forth the purpose of his work. He proposes to record, in chronological order, everything known by Christians about Jesus Christ and His teachings. By doing this, he provided a firmer historical basis for Christian teaching (1:4). He carefully investigated the facts, and made generous use of the oral tradition of the Church and of what the All-Pure Virgin Mary Herself had told him (2:19, 51).
In Saint Luke’s Gospel, the message of the salvation made possible by the Lord Jesus Christ, and the preaching of the Gospel, are of primary importance.
Saint Luke also wrote the Acts of the Holy Apostles at Rome around 62-63 A.D. The Book of Acts, which is a continuation of the four Gospels, speaks about the works and the fruits of the holy Apostles after the Ascension of the Savior. At the center of the narrative is the Council of the holy Apostles at Jerusalem in the year 51, a Church event of great significance, which resulted in the separation of Christianity from Judaism and its independent dissemination into the world (Acts 15:6-29). The theological focus of the Book of Acts is the coming of the Holy Spirit, Who will guide the Church “into all truth” John 16:13) until the Second Coming of Christ.
The holy relics of Saint Luke were taken from Constantinople and brought to Padua, Italy at some point in history. Perhaps this was during the infamous Crusade of 1204. In 1992, Metropolitan Hieronymus (Jerome) of Thebes requested the Roman Catholic bishop in Thebes to obtain a portion of Saint Luke’s relics for the saint’s empty sepulchre in the Orthodox cathedral in Thebes.
The Roman Catholic bishop Antonio Mattiazzo of Padua, noting that Orthodox pilgrims came to Padua to venerate the relics while many Catholics did not even know that the relics were there, appointed a committee to investigate the relics in Padua, and the skull of Saint Luke in the Catholic Cathedral of Saint Vico in Prague.
The skeleton was determined to be that of an elderly man of strong build. In 2001, a tooth found in the coffin was judged to be consistent with the DNA of Syrians living near the area of Antioch dating from 72-416 A.D. The skull in Prague perfectly fit the neck bone of the skelton. The tooth found in the coffin in Padua was also found to fit the jawbone of the skull.
Bishop Mattiazzo sent a rib from the relics to Metropolitan Hieronymus to be venerated in Saint Luke’s original tomb in the Orthodox cathedral at Thebes.


Troparion — Tone 5

Let us praise with sacred songs the holy Apostle Luke, / the recorder of the joyous Gospel of Christ / and the scribe of the Acts of the Apostles, / for his writings are a testimony of the Church of Christ: / He is the physician of human weaknesses and infirmities. / He heals the wounds of our souls, / and constantly intercedes for our salvation!



Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Αγία Άννα - Saint Anna

22x30 cm / 8,6x 11,8inch.
Egg tempera on linden wood.
Για περισσότερες πληροφορίες για την ζωή της αγίας Άννας - For more details about saint Anna's life: Saint Anna

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

O άγιος απόστολος Φίλιππος - Saint Philip the apostle

22x30cm / 8,6x11,8inch. Egg tempera and gold leaf 22k on halo.
+ Ο Άγιος Φίλιππος ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου. Καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, απ' όπου και ο Ανδρέας με τον Πέτρο. Τον κάλεσε μαθητή Του ο ίδιος ο Κύριος, και κατόπιν ο Φίλιππος έφερε στον Κύριο το Ναθαναήλ. Παραθέτουμε ορισμένα χωρία της Καινής Διαθήκης, στα οποία ο άναγνώστης μπορεί να μάθει περισσότερα για το Φίλιππο, σχετικά με τη ζωή του κοντά στο Χριστό: Ματθ. ι' -3, Μάρκ. γ' -18, Λουκ. στ' -14, Ιωάν. α' 44-49, Ιωάν. ιβ' 20-23, Πράξ. α' 13. Αξίζει, όμως, να αναφέρουμε ένα διάλογο ( Ευαγγέλιο Ιωάννου, ιδ') που είχε ο Φίλιππος με τον Κύριο, όπου δίνει αφορμή στον Κύριο να φανερώσει ο ίδιος ότι είναι ομοούσιος με τον Πατέρα Θεό.

Είπε λοιπόν ο Φίλιππος: «Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν» (Κύριε, αποκάλυψε μας, δείξε μας τον Πατέρα, και αυτό μας αρκεί).

Και ο Κύριος μεταξύ άλλων του απάντησε: «Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ᾿ ἑμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα» (Δεν πιστεύεις, Φίλιππε, ότι εγώ είμαι αχώριστα συνδεδεμένος με τον Πατέρα, ώστε εγώ να είμαι και να μένω μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας να είναι και να μένει μέσα μου; Είμαι δε τόσο πολύ ενωμένος, ώστε αυτά πού σας διδάσκω δεν είναι από τον εαυτό μου. Άλλα ο Πατέρας μου πού μένει μέσα μου, αυτός ενεργεί τα υπερφυσικά έργα).

Η παράδοση αναφέρει ότι ο Φίλιππος κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Πάρθους και πέθανε μαρτυρικά στην Ιεράπολη της Συρίας.

Το σεπτό σκήνωμα του αποστόλου για πολλά χρόνια στόλισε τον ιερό ναό που είχε κτισθεί στην Ιεράπολη προς τιμή του αγίου. Η δε αγία κάρα του τιμήθηκε από διάφορους αυτοκράτορες, όπως τον Θεοδόσιο, τον Ηράκλειο και άλλους με τις βασιλικές σφραγίδες τους. Μετά την άλωση της Βασιλίδος των πόλεων από τους Λατίνους κατά το 1204 μ.Χ. το σεπτό λείψανο μεταφέρθηκε στην Κύπρο και για πολλά χρόνια φυλασσόταν στο χωριό Άρσος (Αρσινόη της Πάφου) στον ιερό ναό που κτίστηκε εκεί προς τιμή του αποστόλου. Αργότερα ένα μέρος των λειψάνων για ευλογία διανεμήθηκε σε διάφορα μέρη. Η θήκη δε με την ιερή κάρα προ του 1788 μ.Χ. για μεγαλύτερη ασφάλεια μετακομίσθηκε στην Ιερά Μονή του Σταυρού στο Όμοδος και εκεί φυλάσσεται μέχρι σήμερα.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἔλλαμψιν, τοῦ Παρακλήτου, εἰσδεξάμενος, πυρὸς ἐν εἴδει, παγκοσμίως ὡς ἀστὴρ ἀνατέταλκας, καὶ τῆς ἀγνοίας τὸν ζόφον διέλυσας, τῇ θείᾳ αἴγλῃ Ἀπόστολε Φίλιππε. Ὅθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῷ δεόμεθα, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
-------------------------------------------------------------

+ The Holy and All-praised Apostle Philip, was a native of the city of Bethsaida in Galilee. He had a profound depth of knowledge of the Holy Scripture, and rightly discerning the meaning of the Old Testament prophecies, he awaited the coming of the Messiah. Through the call of the Savior (John 1:43), Philip followed Him. The Apostle Philip is spoken about several times in the Holy Gospel: he brought to Christ the Apostle Nathaniel (i.e. Bartholomew, April 22, June 30, and August 25. See John. 1:46). The Lord asks him where to buy bread for five thousand men (John. 6: 5-7). He brought certain of the Hellenized Jews wanting to see Jesus (John. 12:21-22); and finally, at the Last Supper he asked Christ to show them the Father (John. 14:8).
After the Ascension of the Lord, the Apostle Philip preached the Word of God in Galilee, accompanying his preaching with miracles. Thus, he restored to life a dead infant in the arms of its mother. From Galilee he went to Greece, and preached among the Jews that had settled there. Some of them reported the preaching of the Apostle to Jerusalem. In response, some scribes arrived in Greece from Jerusalem, with one of the Jewish chief priests at their head, to interrogate the Apostle Philip.
The Apostle Philip exposed the lie of the chief priest, who said that the disciples of Christ had stolen away and hidden the body of Christ. Philip told instead how the Pharisees had bribed the soldiers on watch, to deliberately spread this rumor. When the Jewish chief priest and his companions began to insult the Lord and lunged at the Apostle Philip, they suddenly were struck blind. By his prayer the Apostle restored everyone’s sight. Seeing this miracle, many believed in Christ. The Apostle Philip provided a bishop for them, by the name of Narcissus (one of the Seventy Apostles, January 4).
From Greece the Apostle Philip went to Parthia, and then to the city of Azotus, where he healed an eye affliction of the daughter of a local resident named Nikoklides, who had received him into his home, and then baptized his whole family.
From Azotus the Apostle Philip set out to Syrian Hieropolis (there were several cities of this name) where, stirred up by the Pharisees, the Jews burned the house of Heros, who had taken in the Apostle Philip, and they wanted to kill the apostle. The apostle performed several miracles: the healing of the hand of the city official Aristarchus, withered when he attempted to strike the apostle; and restoring a dead child to life. When they saw these marvels, they repented and many accepted holy Baptism. After making Heros the bishop at Hieropolis, the Apostle Philip went on to Syria, Asia Minor, Lydia, Emessa, and everywhere preaching the Gospel and undergoing sufferings. Both he and his sister Mariamne (February 17) were pelted with stones, locked up in prison, and thrown out of villages.
Then the Apostle Philip arrived in the city of Phrygian Hieropolis, where there were many pagan temples. There was also a pagan temple where people worshiped an enormous serpent as a god. The Apostle Philip by the power of prayer killed the serpent and healed many bitten by snakes.
Among those healed was the wife of the city prefect, Amphipatos. Having learned that his wife had accepted Christianity, the prefect Amphipatos gave orders to arrest Saint Philip, his sister, and the Apostle Bartholomew traveling with them. At the urging of the pagan priests of the temple of the serpent, Amphipatos ordered the holy Apostles Philip and Bartholomew to be crucified.
Suddenly, an earthquake struck, and it knocked down all those present at the place of judgment. Hanging upon the cross by the pagan temple of the serpent, the Apostle Philip prayed for those who had crucified him, asking God to save them from the ravages of the earthquake. Seeing this happen, the people believed in Christ and began to demand that the apostles be taken down from the crosses. The Apostle Bartholomew was still alive when he was taken down, and he baptized all those believing and established a bishop for them.
But the Apostle Philip, through whose prayers everyone remained alive, except for Amphipatos and the pagan priests, died on the cross.
Mariamne his sister buried his body, and went with the Apostle Bartholomew to preach in Armenia, where the Apostle Bartholomew was crucified (June 11); Mariamne herself then preached until her own death at Lykaonia.
The holy Apostle Philip is not to be confused with Saint Philip the Deacon (October 11), one of the Seventy.

 Troparion (Tone 3)
Holy Apostle Philip,
entreat the merciful God
to grant our souls forgiveness of transgressions.

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Άγιος Απόστολος Ματθαίος ο Ευαγγελιστής - Saint Matthew the Evangelist

                     15x20cm - 5,9x7,8inch. Egg tempera and gold leaf 22k


Για περισσότερες πληροφορίες για την ζωή του / For more details about his life: https://lydiagourioti-iconography.blogspot.gr/2009/10/apostle-evangelist-matthew.html

Ιησούς Χριστός Παντοκράτωρ - Jesus Christ Pantokrator


                         15x20cm - 5,9x7,8inch. Egg tempera and gold leaf 22k

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας - Saint Basil the Great

                   15x20cm - 5,9x7,8inch. Egg tempera and gold leaf 22k

+ Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε το 329 μ.Χ., κατ' άλλους το 330 μ.Χ., στη Νεοκαισάρεια του Πόντου στο χωριό Άννησα και μεγάλωσε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Τα δε εγκυκλοπαιδικά λεξικά αναφέρουν σαν πατρίδα του Μ. Βασιλείου την Καισαρεία της Καππαδοκίας. Είχε 8 αδέρφια, 3 αγόρια και πέντε κορίτσια. Από τα 4 αγόρια τα 3 αγόρια έγιναν επίσκοποι (ο Βασίλειος Καισαρείας, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Πέτρος Σεβάστειας) και το ένα μοναχός (ο Ναυκράτιος). Από τις 5 αδερφές του η πρώτη, και συγχρόνως το πιο μεγάλο παιδί της οικογένειας, η Μακρίνα, έγινε μοναχή. Οι γονείς του Βασίλειος (και αυτός), που καταγόταν από την Νεοκαισάρεια του Πόντου και Εμμέλεια, που καταγόταν από την Καππαδοκία, αν και κατά κόσμον ευγενείς και πλούσιοι, είχαν συγχρόνως και ακμαιότατο χριστιανικό φρόνημα. Αυτοί μάλιστα έθεσαν και τις πρώτες -καθοριστικής σημασίας- πνευματικές βάσεις του Αγίου.

Με εφόδιο αυτή τη χριστιανική ανατροφή, ο Βασίλειος αρχίζει μια καταπληκτική ανοδική πνευματική πορεία. Έχοντας τα χαρίσματα της ευστροφίας και της μνήμης, κατακτά σχεδόν όλες τις επιστήμες της εποχής του. Και το σπουδαιότερο, κατακτά τη θεία θεωρία του Ευαγγελίου, που την κάνει αμέσως πράξη με την αυστηρή ασκητική ζωή του.

Ας αναφέρουμε όμως, περιληπτικά, την πορεία των δραστηριοτήτων του. Μετά τις πρώτες του σπουδές στην Καισαρεία και κατόπιν στο Βυζάντιο, επισκέφθηκε, νεαρός ακόμα, την Αθήνα, όπου επί τέσσερα χρόνια συμπλήρωσε τις σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραμματική, αστρονομία και ιατρική, έχοντας συμφοιτητές του τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό (τον θεολόγο) και τον Ιουλιανό τον Παραβάτη.

Από την Αθήνα επέστρεψε στην Καισαρεία και δίδασκε την ρητορική τέχνη. Αποφάσισε όμως, να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και γι' αυτό πήγε στα κέντρα του ασκητισμού, για να διδαχθεί τα της μοναχικής πολιτείας στην Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία. Όταν επέστρεψε, αποσύρθηκε σε μια Μονή του Πόντου, αφού έγινε μοναχός, και ασκήθηκε εκεί με κάθε αυστηρότητα για πέντε χρόνια (357 - 362 μ.Χ.). Ήδη τέλεια καταρτισμένος στην Ορθόδοξη Πίστη, χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο. Ο υποδειγματικός τρόπος της πνευματικής εργασίας του δεν αργεί να τον ανεβάσει στο θρόνο της αρχιεροσύνης, διαδεχόμενος τον Ευσέβιο στην επισκοπή της Καισαρείας (370 μ.Χ.). Με σταθερότητα και γενναίο φρόνημα, ως αρχιερέας έκανε πολλούς αγώνες για την Ορθόδοξη Πίστη. Με τους ορθόδοξους λόγους που συνέγραψε, κατακεραύνωσε τα φρονήματα των κακοδόξων.

Στους αγώνες του κατά του Αρειανισμού αναδείχτηκε αδαμάντινος, ούτε κολακείες βασιλικές του Ουάλεντα (364 - 378 μ.Χ.), που πήγε αυτοπροσώπως στην Καισαρεία για να τον μετατρέψει στον Αρειανισμό, ούτε οι απειλές του Μόδεστου μπόρεσαν να κάμψουν το ορθόδοξο φρόνημα του Αγίου. Υπεράσπισε με θάρρος την Ορθοδοξία, καταπλήσσοντας τον βασιλιά και τους Αρειανούς. Ακόμα, αγωνίστηκε κατά της ηθικής σήψεως και επέφερε σοφές μεταρρυθμίσεις στο μοναχισμό.

Η δε υπόλοιπη ποιμαντορική δράση του, υπήρξε απαράμιλλη, κτίζοντας την περίφημη «Βασιλειάδα», συγκρότημα με ευαγή Ιδρύματα, όπως φτωχοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, ξενοδοχείο και νοσοκομείο κ.ά., όπου βρήκαν τροφή και περίθαλψη χιλιάδες πάσχοντες κάθε ηλικίας, γένους και φυλής.

Ο Μέγας Βασίλειος έχει πλούσιο και σημαντικό συγγραφικό έργο. Τα κυριότερα έργα του είναι οι 9 ομιλίες στην Εξαήμερο, ομιλίες στους Ψαλμούς, πολλές και διάφορες άλλες ομιλίες, ασκητικά έργα και επιστολές. Εκτός των άλλων έργων του, έγραψε και Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση αυτής της συντομότερης του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο: την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του), τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.

Στα πενήντα του χρόνια ο Μέγας Βασίλειος, εξαιτίας της ασθενικής κράσεώς του και της αυστηρής ασκητικής ζωής του (ορισμένες πηγές λένε από βαριά αρρώστια του ήπατος ή των νεφρών), την 1η Ιανουαρίου του 378 μ.Χ. ή κατ' άλλους το 379 με 380 μ.Χ., εγκαταλείπει το φθαρτό και μάταιο αυτό κόσμο, αφήνοντας παρακαταθήκη και Ιερή κληρονομιά στην ανθρωπότητα ένα τεράστιο πνευματικό έργο.

Το συγγραφικό έργο του
Τα έργα του κατατάσσονται σε τέσσερεις κατηγορίες:

Δογματικά συγγράμματα.
α) «Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου». Αποτελείται από τρία βιβλία και καταφέρεται ενάντια του αρχηγού των Ανομοίων Ευνομίου.
β) «Προς Αμφιλόχιον, περί του Αγίου Πνεύματος». Επιστολική πραγματεία προς τον επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιο σχετικά με το Άγιο Πνεύμα.

Ασκητικά συγγράμματα.
α) «Τα Ηθικά». Συλλογή 80 ηθικών κανόνων.
β) «Όροι κατά πλάτος». Περιέχει 55 κεφάλαια με θέμα γενικές αρχές του μοναχισμού.
γ) «Όροι κατ’ επιτομήν». Περιέχει 313 κεφάλαια που αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των μοναχών.
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Περί κρίματος».
στ) «Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας». Έργο σχετικό με την παρθενική ζωή.


Επιστολές.
Σώζονται 365 επιστολές με το όνομα του Μεγάλου Βασιλείου, που καλύπτουν την εικοσαετία από την επιστροφή του στην Καισάρεια από την Αθήνα έως και το θάνατό του.




Ἀπολυτίκιον 
Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου· δι' οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
--------------------------------------------------------------

+ Saint Basil was born about 330 at Caesarea in Cappadocia. He came from a wealthy and pious family which gave a number of saints, including his mother Saint Emily (also styled Emilia or Emmelia), grandmother Saint Macrina the Elder, sister Saint Macrina the Younger and brothers Saints Gregory of Nyssa and Peter of Sevaste. It is also a widely held tradition that Saint Theosebia was his youngest sister, who is also a saint in the Church.
While still a child, the family moved to Pontus; but he soon returned to Cappadocia to live with his mother's relations, and seems to have been brought up by his grandmother Macrina. Eager to learn, he went to Constantinople and spent four or five years there and at Athens, where he had the future emperor Julian for a fellow student and became friends with Gregory the Theologian. Both Basil and Gregory were deeply influenced by Origen and compiled an anthology of uncondemned writings of Origen known as the Philokalia (not to be confused with the later compilation of the same name).
It was at Athens that he seriously began to think of religion, and resolved to seek out the most famous hermit saints in Syria and Arabia, in order to learn from them how to attain enthusiastic piety and how to keep his body under submission by asceticism.
After this we find him at the head of a convent near Arnesi in Pontus, in which his mother Emily, now a widow, his sister Macrina and several other ladies, gave themselves to a pious life of prayer and charitable works. Basil sided with those who overcame the aversion to the homoousios in common opposition to Arianism, thus drawing nearer to Saint Athanasius the Great.
He was ordained presbyter of the Church at Caesarea in 365, and his ordination was probably the result of the entreaties of his ecclesiastical superiors, who wished to use his talents against the Arians, who were numerous in that part of the country and were favoured by the Arian emperor, Valens, who then reigned in Constantinople.
In 370 Eusebius, bishop of Caesarea, died, and Basil was chosen to succeed him. It was then that his great powers were called into action. Caesarea was an important diocese, and its bishopwas, ex officio, exarch of the great diocese of Pontus. Hot-blooded and somewhat imperious, Basil was also generous and sympathetic. His zeal for orthodoxy did not blind him to what was good in an opponent; and for the sake of peace and charity he was content to waive the use of orthodox terminology when it could be surrendered without a sacrifice of truth.
With all his might he resisted the emperor Valens, who strove to introduce Arianism into his diocese, and impressed the emperor so strongly that, although inclined to banish the intractable bishop, he left him unmolested. To an imperial prefect, astonished at Saint Basil's temerity, he said, "Perhaps you have never before dealt with a proper bishop."
To save the Church from Arianism, Basil entered into connections with the West, and with the help of Athanasius, he tried to overcome its distrustful attitude toward the Homoousians. The difficulties had been enhanced by bringing in the question as to the essence of the Holy Spirit. Although Basil advocated objectively the consubstantiality of the Holy Spirit with the Father and the Son, he belonged to those, who, faithful to Eastern tradition, would not allow the predicate homoousios to the former; for this he was reproached as early as 371 by the Orthodox zealots among the monks, and Athanasius defended him.
His relations also with Eustathius were maintained in spite of dogmatic differences and caused suspicion. On the other hand, Basil was grievously offended by the extreme adherents of Homoousianism, who seemed to him to be reviving the Sabellian heresy.
He did not live to see the end of the unhappy factional disturbances and the complete success of his continued exertions in behalf of Rome and the East. He suffered from liver illness and his excessive ascetism seems to have hastened him to an early death. A lasting monument of his episcopal care for the poor was the great institute before the gates of Caesarea, which was used as poorhouse, hospital, and hospice.


Troparion (Tone 1)
Your proclamation has gone out into all the earth
Which was divinely taught by hearing your voice
Expounding the nature of creatures,
Ennobling the manners of men.
O holy father of a royal priesthood,
Entreat Christ God that our souls may be saved.