Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Άγιος Σάββας ο Ηγιασμένος - Saint Savvas the sanctified

                                         
                                        20X15 cm - 7,8X5,9inch. Gold leaf as background 22K.



+ Ο Άγιος Σάββας καταγόταν από το χωριό Μουταλάσκη της Καππαδοκίας και ήταν γιος ευσεβών γονέων, του Ιωάννη και της Σοφίας .
Από πολύ νωρίς γνώρισε τις θείες βουλές και αποφάσισε να αφιερωθεί στο μοναστικό βίο. Είχε τόση πίστη που κάποτε μπήκε σε ένα κλίβανο πυρός από τον οποίο βγήκε αβλαβής με τη βοήθεια του Θεού.
Όταν ήταν δεκαοχτώ ετών έφυγε από το μοναστήρι των Φλαβιανών και πήγε στα Ιεροσόλυμα. Από εκεί κατευθύνθηκε προς την έρημο της Ανατολής για να συναντήσει τον Μέγα Ευθύμιο. Ο Ευθύμιος τον έστειλε σε ένα κοινόβιο, το οποίο διηύθυνε ο όσιος Θεόκτιστος.
Ο Άγιος Σάββας κατά την παραμονή του στο κοινόβιο έλαμψε λόγω του χαρακτήρα του και των αρετών του. Μάλιστα ήταν τόσο σοβαρός και ηθικός - παρά το νεαρόν της ηλικίας - που προσαγορεύτηκε παιδαριογέροντας από τον Μέγα Ευθύμιο.

Ο Άγιος Σάββας όσο μεγάλωνε τροφοδοτούσε όλο και περισσότερο το πνεύμα του, γι' αυτό και τιμήθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Το χάρισμα αυτό το επιστράτευσε στην υπηρεσία των φτωχών και των ασθενών και έτσι επιτέλεσε σημαντικότατα έργα.
Για την αγιότητα της ζωής του και για τη μεγάλη του φήμη, είχε σταλεί από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων δυο φορές πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, προς το βασιλιά Αναστάσιο και έπειτα προς τον Ιουστινιανό.
Σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών, το 534 μ.Χ., ανήλθε προς Κύριον εν ειρήνη.
Το 584 μ.Χ., το Λείψανο του Αγίου Σάββα ανακομίσθηκε αδιάφθορο όταν ανοίχθηκε ο τάφος του για να ενταφιαστεί ο Ηγούμενος Κασσιανός. Αρχικά διαφυλάχθηκε στη Μονή του και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, κατά την περίοδο των Αραβικών επιδρομών.
Για τον χρόνο άφιξης του στη Βενετία επικρατούν δύο παραδόσεις. Σύμφωνα με την πρώτη το Λείψανο είχε μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου το 1026 μ.Χ. το έκλεψε ο Βενετός ευγενής Πέτρος Centranico (έπειτα Δόγης, 1026 - 1031 μ.Χ.), επί των ημερών του Δόγη Tribunio Menio (982 - 1026 μ.Χ.), το μετέφερε στη Βενετία και το κατέθεσε στο Ναό του Αγίου Αντωνίνου.
Κατά την δεύτερη παράδοση το Λείψανο δεν μεταφέρθηκε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη, αλλά διαφυλάχθηκε στον Άγιο Ιωάννη της Άκρας, απ’ όπου μεταφέρθηκε από τούς Γενουάτες στην ανταγωνίστρια της Βενετίας πόλη τους. το 1257 μ.Χ. οι Βενετοί πέτυχαν να μεταφέρουν το Λείψανο στη Βενετία.
Η παρουσία του Λειψάνου του Αγίου Σάββα στη Βενετία επιβεβαιώνεται από την σχετική ομολογία του Σαββαΐτου Μοναχού Σωφρονίου στον Μητροπολίτη Ρωσίας Άγιο Μακάριο, το 1547 μ.Χ.
Το 1965 μ.Χ., μετά από ενέργειες του Πατριάρχου Βενεδίκτου, η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επέστρεψε το Λείψανο στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και φυλάσσεται έκτοτε στη Μονή του.
Η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη του κάθε χρόνο στις 5 Δεκεμβρίου.

Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Tῶν ὁσίων ἀκρότης καὶ ἀγγέλοις ἐφάμιλλος ὡς γὰρ ἡγιασμένος ἐδείχθης ἐκ παιδός, Σάββα ὅσιε. Οὐράνιον γὰρ βίον ἀπελθῶν, πρὸς ἔνθεον ζωὴν χειραγωγεῖς διὰ λόγου τε καὶ πράξεως ἀληθοῦς, τοὺς πίστει ἐκβοῶντας σοι. Δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
------------------------------------------------------------------
+ Saint Savvas the Sanctified (5th December)

He was born in Mutalaska, near Caesarea in Cappadocia of pious Christian parents, John and Sophia, during the year 439. His father was a military commander. Traveling to Alexandria on military matters, his wife went with him, but they left their five-year-old son in the care of an uncle. When the boy reached eight years of age, he entered the monastery of St. Flavian l...ocated nearby. The gifted child quickly learned to read and became an expert on the Holy Scriptures. In vain did his parents urge St. Savvas to return to the world and enter into marriage.

When he was seventeen years old he received monastic tonsure, and attained such perfection in fasting and prayer that he was given the gift of wonderworking. In 456, after spending ten years at the monastery of St. Flavian, he traveled to Jerusalem, and from there to the monastery of St. Euthymius the Great (January 20). But St. Euthymius sent St. Savvas to Abba Theoctistus, the head of a nearby monastery that practiced a strict cenobitic rule. St. Sabbas lived in obedience at this monastery until the age of thirty.

After the death of the Elder Theoctistus, his successor blessed St. Savvas to seclude himself in a cave. On Saturdays, however, he left his hermitage and came to the monastery, where he participated in divine services and ate with the brethren. After a certain time St. Sabbas received permission not to leave his hermitage at all, and he struggled in the cave for five years.

St. Euthymius attentively directed the life of the young monk, and seeing his spiritual maturity, he began to take him to the Rouba wilderness with him. They set out on January 14, and remained there until Palm Sunday. St. Euthymius called St. Savvas a child-elder, and encouraged him to grow in the monastic virtues.

When St. Euthymius fell asleep in the Lord (+473), St. Savvas withdrew from the Lavra and moved to a cave near the monastery of St. Gerasimus of Jordan (March 4). In 478, he moved to a cave on the cliffs of the Kedron Gorge southeast of Jerusalem. His hermitage formed the foundation of the monastery later named after him (Lavra Mar Saba) and known in ancient sources as the Great Lavra. After several years, disciples began to gather around St. Savvas, seeking the monastic life. As the number of monks increased, the lavra came into being. When a pillar of fire appeared before St. Savvas as he was walking, he found a spacious cave in the form of a church.

In 491, Patriarch Salustius of Jerusalem ordained him a priest. In 494, the patriarch named St. Savvas the archimandrite of all the monasteries in Palestine.

St. Savvas founded several other monasteries including the New Lavra, the Lavra Heptastomos, and Heptastomos. [1] Many miracles took place through the prayers of St. Savvas: at the Lavra: a spring of water welled up, during a time of drought, there was abundant rain, and there were also healings of the sick and the demoniacs. St. Sabbas composed the first monastic Rule of church services, the so-called "Jerusalem Typikon", that became accepted by all the Palestine monasteries. St. Savvas died in his lavra on December 5, 532 and is buried in a tomb in the courtyard between two ancient churches in the midst of the remnant of the great Lavra Mar Saba monastery. His relics had been taken to Italy in the twelfth century by Crusaders, but were returned to the monastery by Pope Paul VI in 1965 in a goodwill gesture toward the Orthodox.

St. Savvas championed the Orthodox cause against the monophysite and Origenist movements of his day, personally calling upon the Roman emperors in Constantinople, Anastasius I in 511 and Justinian in 531, to influence them in opposing the heretical movements.

St. Savvas reposed in 532.
Troparion of St. Sabbas the Sanctified, Tone 1
Sanctified from youth, O righteous Sabbas, thou wast a summit of righteousness equal to the Angels. Thou didst lead a heavenly life, and guide thy flock to godliness by word and deed. And they cry to thee with faith: Glory to Him Who has strengthened thee; glory to Him Who has crowned thee; glory to Him Who through thee works healings for all.

Αγία Αγλαΐα - Saint Aglaia


                                                    20X30cm - 7,8X11,8inch.


+ Οι Άγιοι Βονιφάτιος και Αγλαΐα έζησαν τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Η Αγλαΐα ανήκε στην τάξη των ευγενών και πλούσιων Ρωμαίων γυναικών και ήταν πάντα πρόθυμη στις ελεημοσύνες και στις διάφορες αγαθοεργίες. Ο δε Βονιφάτιος ήταν γραμματέας της περιουσίας της Αγλαΐας και επόπτης των κτημάτων της. Όπως η κυρία του, ήταν και αυτός εύσπλαχνος και φιλάνθρωπος. Διαχειριζόταν την περιουσία της Αγλαΐας με πολλή τιμιότητα, και απέναντι στους υπηρέτες ήταν ευγενέστατος.

Η ανεξέλεγκτη όμως καλοζωία έπνιξε την πνευματικότητα του Βονιφατίου και της Αγλαΐας. Άναψε την εύφλεκτη νεότητά τους και παρασύρθηκαν από τις ένοχες σαρκικές ηδονές. Ευτυχώς όμως, ο έλεγχος των συνειδήσεών τους ήταν αυτός που τελικά επικράτησε. Αμάρτησαν. Έκλαψαν και οι δύο πικρά. Θα τους δεχόταν άραγε και πάλι ο Θεός σαν ζωντανά μέλη της Εκκλησίας του; Γιατί όχι; Άλλωστε, ο Ίδιος είπε: «Χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἐνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκά, ΙΕ' 10). Δηλαδή, χαρά γίνεται στους ουρανούς, με την παρουσία αγγέλων του Θεού, που συμμετέχουν στη χαρά αυτή, για έναν αμαρτωλό που μετανοεί.

Με πολλή συντριβή λοιπόν, οι δύο μετανοούντες εξομολογήθηκαν το ηθικό τους ολίσθημα σε πνευματικό ιερέα και η ηθική τους επιστροφή και αναγέννηση ήταν πλέον γεγονός. Έτσι αργότερα ο μεν Βονιφάτιος πέθανε μαρτυρικά για την πίστη στην Ταρσό της Κιλικίας, η δε Αγλαΐα, αφού πούλησε τα υπάρχοντά της, αφιέρωσε τη ζωή της στην ανακούφιση των φτωχών και των πασχόντων.
Η Εκκλησία μας του τιμά κάθε χρόνο στις 19 Δεκεμβρίου.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Μαρτύρων τὴν εὔκλειαν ἰχνηλατήσας θερμῶς, Χριστὸν ὡμολόγησας ἐπὶ ἀπίστων στερρῶς, σοφὲ Βονιφάτιε· ὅθεν καθάπερ πλοῦτον ἀδαπάνητον, μάρτυς, δέδωκάς σου τὸ σῶμα τῇ σεμνῇ Ἀγλαΐᾳ· ἐξ οὗ τῷ κόσμῳ πηγάζει ῥώσις καὶ ἔλεος.
-----------------------------------------------------------
+
Aglaïa was a prosperous woman who lived in the region around Rome in the time of Diocletian and had Bonifatius as a slave. Bonifatius was her steward, very good-looking in appearance, generous to the poor and kind-hearted, but with a liking for drink and debauchery. They soon fell in love and had a clandestine relationship, since the difference in their social station would not permit any thought of marriage.
But they both became believing Christians and therefore had regrets about their relationship. As they were seeking a solution, they heard that persecutions were being carried out in the East against Christians. So they decided that Bonifatius should go there, find relics of martyrs and bring them home, so that the blessing of the relics would exonerate them from the guilt they felt.
Aglaïa provided companions, money and supplies and preparations were made for the journey. But when he was ready to leave, the good-hearted Bonifatius turned to his mistress and asked if she would accept his own bones as holy relics and honour them. She thought this was one of his usual jokes and paid no more heed as she sent him on his way.
After a long and tiring journey, the fellowship arrived at Tarsus in Cilicia, where they had been told that a great persecution was being carried out against the Christians. After they had found an inn and were preparing to rest, Bonifatius said he was going out for a walk in the town, to see what was going on.
So he went out and asked where the Christians were being martyred. “In the stadium”, came the reply and he went there straight away. What he found was a real place of martyrdom, with a host of Christians being tortured and taken off to martyrdom by the soldiers. When he ran to kiss and honour the martyrs who were about to die, he presented himself before the chief of the persecutors and declared that he, too, was a Christian and wished to be martyred. The officers sent him away, but he insisted to such an extent that he annoyed them and, in the end, they arrested him. After subjecting him to many harsh trials, they then decapitated him.
Time went by and Bonifatius’ companions at the inn awaited his return. In the beginning, they thought he was out having a good time in some tavern or brothel. But when he still was not back much later, they decided to go out and search for him. When they asked people and described him in detail, they found out that he had gone to the stadium. And once they got there, it was not long before they learned the truth.
They grieved bitterly and found both his head and his body. Having bribed the soldiers guarding the inanimate corpses of the martyrs, they took Bonifatius’ body and set out on the return journey.
Back in their homeland, they gave Bonifatius’ relics to his mistress. She at once remembered the last words of her beloved, mourned him and then built a beautiful church on the spot where they buried him. She herself spent the rest of her life in this church, doing only good works. When she, too, departed this life, they buried her next to Bonifatius. Both of them later were responsible for great miracles.
The Church honours them on 19 December.
Apolytikion 4th Tone
You fervently followed the way of the martyrs confessing Christ before unbelievers, O Boniface. You gave your body to modest Aglaia as an imperishable treasure. Healing and mercy flow from it for the word.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Παναγία Γλυκοφιλούσα - Panagia Glykofilousa (Sweet Kissing)

                                      
                                                         20X14cm - 7X5icnh.
                      -Αριστερή γωνία με χειροποίητο ξυλόγλυπτο σχέδιο.
                     - Hand-carved (left) wooden corner.

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Παναγία του Χάρου - Lady of death (Lipsi Greece)

                               
                                   30X40cm- 11,8X15,7inch. Gold leaf 22K for backround

+
Μια απεικόνιση μοναδική, ένα θαύμα επαναλαμβανόμενο και ένα όνομα που δεν συναντά κανείς εύκολα, είναι τα τρια στοιχεία που καθιστούν απόλυτα μοναδική μια από τις πιο σπάνιες εικόνες της Παναγίας.
Βρίσκεται στην Ελλάδα, σε ένα ταπεινό βυζαντινό εκκλησάκι που έχτισαν στους Λειψούς το 1600, μοναχοί από την Πάτμο.
Το ονόμασαν «Παναγία του Χάρου» εξαιτίας του κειμηλίου που φιλοξενούσε. Μια εικόνα της Παναγίας που δεν κρατά τον Χριστό στην αγκαλιά της όπως συνηθίζεται αλλά τον Σταυρό με τον Ιησού επάνω του.
Είναι μια μοναδική απεικόνιση που δείχνει τον θρήνο της μητέρας και το μαρτύριο που πέρασε παραλαμβάνοντας το παιδί της νεκρό ύστερα από ένα απίστευτα σκληρό και ατιμωτικό μαρτύριο.


ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΜΕ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΑΝΘΙΖΟΥΝ


 Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, τον Απρίλιο του 1943 μια νεαρή κοπέλα, τοποθέτησε στην εικόνα της Παναγίας λευκούς κρίνους ως προσφορά στην Παναγία. Κανείς δεν γνωρίζει τι ήθελε να ζητήσει εκείνη την ταραγμένη περίοδο από την Παναγία.
Με το πέρασμα των ημερών, όπως ήταν φυσικό οι κρίνοι μαράθηκαν. Τρεις μήνες μετά, τον Ιούλιο του 1943 κάποιοι επισκέπτες διαπίστωσαν πως οι μαραμένοι κρίνοι είχαν αρχίσει να πρασινίζουν και ουσιαστικά να ξαναζωντανεύουν.
Στις 23 Αυγούστου, οπότε και γιορτάζει ο συγκεκριμένος Ναός οι κρίνοι είχαν νέα μπουμπούκια.
Άνθρωποι που επισκέπτονται το μικρό εκκλησάκι της Παναγίας για να προσκυνήσουν και να θαυμάσουν την ξεχωριστή αυτή εικόνα της Παναγίας, λένε πως το θαύμα αυτό επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο την ίδια περίοδο.




----------------------------------------------------------------------------------------------

+

A unique display, a recurring miracle and a name not easily encountered are the three elements that make it completely unique one of the most rare images of the Virgin Mary.

Situated in Greece, in a humble Byzantine church built in Lipsi in 1600, by monks of Patmos.

They called it "Lady of Death". An image of the Virgin Mary holding the Christ not in her arms as usual, but the Cross with Jesus on it.

It is a unique display showing both the joy and grief of the mother and the martyrdom, picking up her child dead after an incredibly hard and ignominious martyrdom.

THE MIRACLE OF THE BLOOMONG LILIES

 According to the testimony in April 1943 a young girl placed on the image of the Panagia white lilies as an offering to the Virgin. Nobody knows what she wanted to ask from the Virgin Mary during those troubled times in Greece.

With each passing day, unsurprisingly lilies withered. Three months later, in July 1943 some guests noticed that the withered lilies were starting to turn green and essentially revived.

On 23 August, the residents of the island celebrated their Church and lilies were bloomed again.

People who visit the chapel of Our Lady to worship and admire this special image of the Virgin, say the miracle is repeated every year the same period.
 


Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Άγιος Ιωάννης (Μαξίμοβιτς) - Saint John (Maximovitch) the Wonderworker


20x30cm - 7,8x11,8 inch.    Golden leaf 22K for background.





Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου του 1896 μ.Χ. στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ της Νότιας Ρωσίας και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Μιχαήλ. Ήταν απόγονος της αριστοκρατικής οικογένειας Μαξίμοβιτς που ένα μέλος της ανακηρύχτηκε Άγιος το 1916 μ.Χ. και είναι ο ιεράρχης Ιωάννης Μαξίμοβιτς Μητροπολίτης Τομπόλσκ, το λείψανό του οποίου παραμένει άφθαρτο μέχρι σήμερα στο Τομπόλσκ. Οι γονείς του ονομάζονταν Μπόρις και Γλαφύρα.

Κατά την παιδική του ηλικία ο Μιχαήλ ήταν φιλάσθενος και έτρωγε λίγο. Ήταν ήσυχο παιδί, πολύ ευγενικό και είχε βαθειά θρησκευτικότητα. Όταν έπαιζε, έντυνε τα στρατιωτάκια του μοναχούς, μάζευε εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και του άρεσε να διαβάζει βίους Αγίων. Τα βράδια στεκόταν όρθιος για πολλή ώρα προσευχόμενος. Επειδή ήταν ο μεγαλύτερος από τα 5 αδέλφια του και γνώριζε καλά τους βίους των Αγίων, έγινε και ο πρώτος δάσκαλος τους στην πίστη. Ήταν πολύ αυστηρός με τον εαυτό του στην εφαρμογή των εκκλησιαστικών και εθνικών παραδόσεων. Μάλιστα, τόσο πολύ εντυπωσίασε με την χριστιανική του ζωή την παιδαγωγό του που ήταν Γαλλίδα και καθολική που βαπτίστηκε Ορθόδοξη.

Σε ηλικία 11 ετών οι γονείς του Μιχαήλ τον έστειλαν στην Στρατιωτική σχολή της Πολτάβα. Εκεί συνάντησε τον Επίσκοπο της Πολτάβα Θεοφάνη, έναν πολύ αγαπητό ιεράρχη, που επηρέασε πολύ τον Μιχαήλ. Σε μια στρατιωτική παρέλαση ενώ περνούσαν από τον Καθεδρικό Ναό ο μικρός Μιχαήλ (ήταν τότε 13 ετών) έκανε τον σταυρό του. Οι συμμαθητές του γέλασαν και τον κορόιδεψαν, ενώ οι καθηγητές του θέλησαν να τον τιμωρήσουν. Ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος όμως, που ήταν προστάτης της Σχολής, είπε να μην τιμωρηθεί ο δόκιμος Μιχαήλ γιατί με την πράξη του αυτή δηλώνει βαθειά και υγιή θρησκευτικά αισθήματα.

Το 1914 μ.Χ. αποφοίτησε από την Στρατιωτική σχολή και παρόλο που ο ίδιος ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή του Κιέβου, έκανε υπακοή στους γονείς του που ήθελαν να γίνει δικηγόρος και γράφτηκε στην Νομική σχολή.

Το 1921 μ.Χ. και αφού ξέσπασε στη Ρωσία εμφύλιος πόλεμος, φεύγει μαζί με την οικογένεια του και εγκαθιστάτε στην Γιουγκοσλαβία. Εκεί γράφετε στην Θεολογική σχολή του Βελιγραδίου ενώ παράλληλα πουλούσε εφημερίδες για να τα βγάζει πέρα.

Το 1924 μ.Χ. χειροτονήθηκε αναγνώστης στην Ρωσική Εκκλησία του Βελιγραδίου από τον Επίσκοπο Αντώνιο και το 1926 μ.Χ. χειροτονήθηκε διάκος και εκάρη μοναχός με τ' όνομα Ιωάννης στο Μοναστήρι του Μίλκοβ.

Λίγο χρόνια μετά, διορίστηκε στην Ιερατική σχολή στην πόλη Βιτόλ της Σερβίας και το 1934 μ.Χ. εκλέγετε Επίσκοπος Σαγκάης, παρόλο που ο ίδιος δεν ήθελε γιατί είχε πρόβλημα στην ομιλία του.

Όταν στις 21 Νοεμβρίου το 1934 μ.Χ. φτάνει στην Σαγκάη βρίσκει μονάχα μια μισοκτισμένη Εκκλησία και το ποίμνιο του διχασμένο από εθνικές έριδες. Αρχικά βοήθησε τους κατοίκους να ξεπεράσουν τα προβλήματα τους ώστε να ‘ρθει η ειρήνη και σιγά - σιγά οργάνωσε ορφανοτροφείο το οποίο αφιέρωσε στον Άγιο Τύχωνα του Ζαντόσκο που αγαπούσε τα παιδιά. Ξεκίνησε την προσπάθεια του με 8 παιδιά και στο τέλος κατάφερε να έχει 3.500.

Όταν ξέσπασε η Κομουνιστική Επανάσταση στην Σαγκάη, ο Άγιος Ιωάννης, πήρε τα παιδιά και τα μετέφερε στις Φιλιππίνες και από εκεί τα πήγε στην Αμερική και στην Αυστραλία.

Το 1951 μ.Χ. ο Άγιος Ιωάννης καταφεύγει στην Αμερική αλλά εκεί οι Επίσκοποι της Συνόδου αποφασίζουν να τον στέλνουν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Εκεί, εκτός των άλλων καθηκόντων του, ασχολήθηκε και με την συγγραφή των Βίων Αγίων που έζησαν πριν το Σχίσμα με αποτέλεσμα να γίνουν γνωστοί στην Ορθόδοξη Εκκλησία και να εορτάζονται ακόμα και σήμερα.

Στις 21 Νοεμβρίου του 1962 μ.Χ. επιστρέφει στην Αμερική και διορίζεται Επίσκοπος της Ρωσικής Εκκλησίας της διασποράς στο Σαν Φρανσίσκο.

Ο Άγιος Ιωάννης κοιμήθηκε στις 2 Ιουλίου του 1966 μ.Χ. Είχε πάει στο Σιάτλ μαζί με την θαυματουργική εικόνα της Παναγίας του Κούρση. Μόλις τελείωσε την Θεία Λειτουργία και αφού πέρασε 3 ώρες προσευχόμενος μέσα στο ιερό, πήγε στο δωμάτιο του να ξεκουραστεί. Κάθισε στην πολυθρόνα του και στις 4 παρά δέκα το απόγευμα κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο ήρεμα χωρίς πόνο. Ο Άγιος Ιωάννης προγνώριζε την ημέρα του θανάτου του και είχε προετοιμαστεί όπως οι μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Γι' αυτό και εκείνη την ημέρα του θανάτου του έστειλε ένα γράμμα, στέλνοντας για τελευταία φορά την ευλογία του στις μοναχές της Λέσνα στην Γαλλία που τόσο πολύ τον είχαν βοηθήσει και εξυπηρετήσει. Σχεδόν 24 ώρες αργότερα το σώμα του έφθασε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Τον προϋπάντησαν οι κληρικοί και έγινε ολονύχτια αγρυπνία που κράτησε 4 ώρες.

Μετά το τελευταίο ασπασμό έγινε 3 φορές η λιτάνευση του Ιερού λειψάνου του γύρω από τον Ναό. Το φέρετρο το βάσταζαν ορφανά που ο Άγιος είχε σώσει και μεγαλώσει στην Σαγκάη. Ένας Ιεράρχης παρομοίασε την λιτάνευση του Αγίου με την λιτάνευση του Επιταφίου του Χριστού την Μεγάλη Παρασκευή. Ετάφη στις 7 Ιουλίου το απόγευμα σ' ένα μικρό υπόγειο παρεκκλήσιο κάτω από το Ιερό.

Το φθινόπωρο του 1993 μ.Χ. η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής με υπεύθυνο τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο του Σαν Φρανσίσκο, άνοιξε τον τάφο του και βρήκαν το σώμα του άφθαρτο. Ένα χρόνο αργότερα, στις 2 Ιουλίου του 1994 μ.Χ. ανακηρύσσετε επίσημα Άγιος.

Επειδή ο Άγιος Ιωάννης ταξίδευε συχνά αεροπορικώς, θεωρείται προστάτης των ταξιδευόντων αεροπορικώς.
Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Ιωάννη Μαξίμοβιτς, αγγελόμορφε, ιεραρχών θεοφόρων και διδασκάλων σοφών εκλαμψάντων άρτι σάπφειρε πολύτιμε, ως Ορθόδοξων ασκητών καλλονήν και ποταμόν αστείρευτον θαυμασίων, σε ανυμνούντες ευχάς σου θερμάς προς Κύριον αιτούμεθα.

Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ'. Τη Υπερμάχω.
Τον ταπεινόν, απλούν, φιλόθεον, φιλάρετον, σεμνόν, μακρόθυμον, πραυν και ευμπάθητον, ευφημήσωμεν Ορθόδοξον ιεράρχην, Ιωάννην τον Μαξίμοβιτς, μελίσμασιν ως θαυμάτων φρέαρ όντως ακεσώδυνον, πόθω κράζοντες, Χαίροις, χάριτος σκήνωμα.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις, ιεράρχα νεοφανές, μάκαρ Ιωάννη, ταπεινώσεως κορυφή, χαίροις, ο ανύσας ουρανοδρόμον άρτι πορείαν και θαυμάτων κρήνη γενόμενος.
------------------------------------------------------------------------------------
St. John was born on June 4, 1896, in the southern Russian village (current day Ukraine) of Adamovka in Kharkiv province to pious aristocrats, Boris and Glafira Maximovitch. He was given the baptismal name of Michael, after the Holy Archangel Michael. In his youth, Michael was sickly and had a poor appetite, but he displayed an intense religious interest. He was educated at the Poltava Military School (1907-14), Kharkiv Imperial University, from which he received a law degree (in 1918), and the University of Belgrade (where he completed his theological education in 1925). He and his family fled their country as the Bolshevik revolutionaries descended on the country, emigrating to Yugoslavia. There, he enrolled in the Department of Theology of the University of Belgrade. He was tonsured a monk in 1926 by Metropolitan Anthony (Khrapovitsky) of Kharkov (later the first primate of the Russian Orthodox Church Outside of Russia). Metr. Anthony later in 1926 ordained him hierodeacon. Bishop Gabriel of Chelyabinsk ordained him hieromonk on November 21, 1926. Subsequent to his ordination he began an active life of teaching in a Serbian high school and serving, at the request of local Greeks and Macedonians, in the Greek language. With the growth of his popularity, the bishops of the Russian Church Aboard resolved to elevate him to the episcopate.
Hieromonk John was consecrated bishop on May 28, 1934, with Metr. Anthony serving as principal consecrator, after which he was assigned to the Diocese of Shanghai. Twelve years later he was named Archbishop of China. Upon his arrival in Shanghai, Bp. John began working to restore unity among the various Orthodox nationalities. In time, he worked to build a large cathedral church that was dedicated to Surety of Sinners Icon to the Mother of God, with a bell tower and large parish house. Additionally, he inspired many activities: building of churches, hospitals, and orphanages among the Orthodox and Russians of Shanghai. He was intensely active, constantly praying and serving the daily cycle of services, while also visiting the sick with the Holy Gifts. He often would walk barefooted even in the coldest days. Yet to avoid the appearance of secular glory, he would pretend to act the fool.
With the end of World War II and the coming to power of the Communists in China, Bp. John led the exodus of his community from Shanghai in 1949. Initially, he helped some 5,000 refugees to a camp on the island of Tubabao in the Philippines, while he travelled successfully to Washington, D.C., to lobby to amending the law to allow these refugees to enter the United States. It was while on this trip that Bp. John took time to establish a parish in Washington dedicated to St. John the Forerunner.
In 1951, Abp. John was assigned to the Archdiocese of Western Europe with his cathedral in Paris. During his time there, he also served as archpastor of the Orthodox Church of France, whose restored Gallican liturgy he studied and then celebrated. He was the principal consecrator of the Orthodox Church of France's first modern bishop, Jean-Nectaire (Kovalevsky) of Saint-Denis, and ordained to the priesthood the man who would become its second bishop, Germain (Bertrand-Hardy) of Saint-Denis.
In 1962, Abp. John was assigned to the Diocese of San Francisco, succeeding his long time friend Abp. Tikhon. Abp. John's days in San Francisco were to prove sorrowful as he attempted to heal the great disunity in his community. He was able to bring peace such that the new cathedral, dedicated to the Joy of all Who Sorrow Icon of the Mother of God, was completed.
Deeply revering St. John of Kronstadt, Abp. John played an active role in preparation of his canonization.
He reposed during a visit to Seattle on July 2, 1966, while accompanying a tour of the Kursk-Root Icon of the Mother of God. He was laid to rest in a crypt chapel under the main altar of the new cathedral.

Troparion to St. John in Tone 5


Lo, Thy care for thy flock in its sojourn prefigured the supplication which thou dost ever offer up for the whole world. Thus do we believe, having come to know thy love, O holy hierarch and wonderworker John.  Wholly sanctified by God through the ministry of the all-pure Mysteries  and thyself ever strengthened thereby, thou didst hasten to the suffering, O most gladsome Healer, Hasten now also to the aid of us who honor thee with all our heart.
 



Kontakion to St. John in Tone 4:
 
Thy heart hath gone out to all who entreat thee with love, O holy hierarch John, and who remember the struggle of thy whole industrious life, and thy painless and easy repose, O faithful servant of the all-pure Directress.

Αγία Χλόη ΙΙ - Saint Chloe II


                                   

20x30cm- 7,8x11,8inch.


Aγία Χλόη Ι - Saint Chloe I : http://lydiagourioti-iconography.blogspot.ca/2012/08/saint-chloe.html

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Η Πλατυτέρα των Ουρανών - The Platytera of Heaven (More spacious than the Heavens)

                                             2,75 X 1,65 m. 108,2 X 64,9 inch.
                                            
 
                                             λεπτομέρεια- detail

+ Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά Σοῦ. εὐλογημένη, Σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας Σου, ὅτι Σωτήρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν.


+Mother of God and Virgin, rejoice, Mary full of grace, the Lord is with thee. Blessed art thou amongst women, and blessed is the fruit of thy womb, for thou hast given birth to the Saviour of our souls.

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Τα Εισόδια της Παναγίας - The Presentation of the Virgin Mary

                                                30X40 cm   -   11,8X15,7 inch.


+ O Ιωακείμ και  η Άννα, έπειτα από εικοσαετή έγγαμο βίο, ήσαν άτεκνοι και παρακαλούσαν θερμά τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί. Ο Θεός τους ανάγγειλε με Άγγελο ότι η επιθυμία τους θα εκπληρωθεί και η Άννα έμπλεη χαράς υποσχέθηκε να αφιερώσει το παιδί στον Θεό. Πράγματι, η Άννα έμεινε έγκυος και μετά από εννέα μήνες απέκτησε κόρη, τη Μαριάμ (Μαρία).

Όταν η Μαριάμ έγινε τριών ετών, οδηγήθηκε από τους γηραιούς γονείς της στο Ναό του Σολομώντος, προκειμένου να εκπληρωθεί το τάμα τους προς τον Θεό. Η Μαρία ανήλθε μόνη της τα 15 σκαλοπάτια που οδηγούσαν στον Ναό και παραδόθηκε από τους γονείς της στα χέρια του ιερέα Ζαχαρία. Αυτός την αγκάλιασε, την ευλόγησε και είπε: «Εμεγάλυνε ο Κύριος το όνομά σου σε όλες τις γενεές. Με σένα θα ευλογηθούν τα έθνη και ο Κύριος θα λυτρώση τους υιούς του Ισραήλ». Στη συνέχεια ανέβασε την τριετή Μαρία στο εσωτερικό του θυσιαστηρίου, όπου ο Θεός της πρόσφερε τη Χάρη του. Το νεαρό κορίτσι υπηρέτησε τον Ναό μέχρι τα 14 χρόνια του, οπότε αρραβωνιάστηκε τον Ιωσήφ και στη συνέχεια έγινε η μητέρα του Ιησού Χριστού.

Τα Εισόδια της Θεοτόκου καθιερώθηκαν ως εκκλησιαστική εορτή κατά τον 7ο αιώνα, πρώτα στην Ανατολή και πολύ αργότερα στη Δύση. Αναφορές υπάρχουν στα γραπτά του Αγίου Μάξιμου του Ομολογητή και των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιου και Γερμανού. Με τα Εισόδια της Θεοτόκου συνδέεται και η βασιλική της Αγίας Μαρίας της Νέας, που χτίστηκε δίπλα στα ερείπια του Ναού του Σολομώντος και εγκαινιάστηκε στις 21 Νοεμβρίου 543 από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Εξ αυτού του γεγονότος φαίνεται να επελέγη από την εκκλησία ο εορτασμός των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 Νοεμβρίου. Επί αυτοκράτορος Μανουήλ Α' Κομνηνού (1143-1180) καθιερώθηκε ως ημέρα αργίας για το Βυζάντιο.

Στις μέρες μας, με ιδιαίτερη λαμπρότητα και κατάνυξη εορτάζονται τα Εισόδια της Θεοτόκου στα Χανιά, τη Λειβαδιά, την Αμφίκλεια και την Κίμωλο. Αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου είναι η Καπνικαρέα, το θαυμάσιο αυτό βυζαντινό ναΐδριο του 11ου αιώνα, που βρίσκεται στο μέσο της οδού Ερμού στην Αθήνα. Στις 21 Νοεμβρίου γιορτάζουν ο Παναγιώτης, η Μαρία, η Δέσποινα, αλλά και οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις γιορτάζουν την «Υπέρμαχο στρατηγό» τους.


Απολυτίκιον
Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον, και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις. Εν ναώ του Θεού τρανώς η Παρθένος δείκνυται, και τον Χριστόν τοις πάσι προκαταγγέλλεται. Αυτή και ημείς μεγαλοφώνως βοήσωμεν˙ Χαίρε της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις.
-----------------------------------------------------------------------------

+
The Presentation of the Blessed Virgin Mary

The Presentation of the Blessed Virgin Mary is a feast celebrated by both the Catholic and the Orthodox Churches.
It is the celebration of a presumed event of which there is no strict historical record – namely, that Mary, as a child, was presented to God by her parents. There is no mention of this event anywhere in the New Testament.
But it appears, for instance, in an apocryphal work called the Infancy Narrative of James.
According to this story, Mary’s parents, Joachim and Anne, who had been without children, received a heavenly message that they would bear a child. When a girl was born, the parents went in thanksgiving to the Temple in Jerusalem to consecrate her to God. The story then says that Mary remained in the Temple until she reached puberty and then she entrusted to Joseph who was to be her guardian.
Other versions of the story from works such as the Gospel of Pseudo-Matthew and the Gospel of the Nativity of Mary say that Mary was brought to the Temple about the age of 3 in fulfilment of a vow by her parents. And she was to remain there to be prepared for her future role as the Mother of God.
The celebration of the feast began with the dedication of the Basilica of Saint Mary the New, which was constructed in 543 near where the Temple had been in Jerusalem. This basilica was later destroyed but the feast had now spread all through the Eastern church. In the West, it was first adopted in 1373 by the papal chapel in Avignon (the city in the south of France where the papacy spent several years in exile). However, it was removed as a Church feast by Pope Pius V from the revised Roman Calendar in 1568 but restored again in 1585 by Pope Sixtus VI.
Western art usually focuses on the figure of the little girl Mary climbing the steps of the Temple, having left her parents at the bottom, and approaching the Chief Priest and other Temple figures at the top of the steps. The Presentation was one of the traditional scenes illustrating the Life of the Virgin.

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Αγία Ξένη η διά Χριστόν σαλή - Saint Xenia of St. Petersburg

                                       60X40cm - 23,6X15,7inch.
Φόντο χρυσού 22 καράτια. - Background 22K

+
Η Οσία Ξένη γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας, το έτος 1730 μ.Χ., και ως νεαρή όμορφη κοπέλα παντρεύτηκε τον Αντρέα Φεοντόροβιτς Πετρώφ που είχε τον βαθμό του συνταγματάρχου και ήταν πρωτοψάλτης στην βασιλική αυλή. Η θέση αυτή ήταν μια πολύ υψηλή κοινωνική θέση και έδινε δόξα και υλική απολαβή.

Ήταν νέοι. Είχαν αγάπη μεταξύ τους. Υπηρέτησαν και οι δυο στην βασιλική αυλή, έκαναν το γάμο τους. Ζούσαν πολύ ευτυχισμένοι μαζί. Λόγω της νεότητάς τους, τους άρεσε πολύ να πηγαίνουν σε χοροεσπερίδες και σε συμπόσια. Καλούσαν φιλοξενουμένους στο σπίτι τους και αυτοί οι ίδιοι πήγαιναν ως φιλοξενούμενοι σε άλλα σπίτια. Αυτά οι άνθρωποι τα ονομάζουν «καλή τύχη» και φαινόταν ότι τίποτε στο ανδρόγυνο αυτό, τον Ανδρέα και την Ξένια, δεν θα έδινε τέλος σ’ αυτή τους τη χαρά. Αλλά ξαφνικά ένα φοβερό χτύπημα, σαν κεραυνός εν αιθρία, ο αναπάντεχος θάνατος του αγαπημένου συζύγου, κεραυνοβόλησε την Ξένια Γκριγκόριεβνα. στα είκοσι έξι της χρόνια, ένα βράδυ σε ένα χορό ο άντρας της ενώ έπινε με τους φίλους τους, ξαφνικά έπεσε κάτω νεκρός. Αυτό φυσικά ήταν πολύ οδυνηρό για την Ξένια. Ο Αντρέας, δεν είχε ποτέ εξομολογηθεί και λάβει Θεία Κοινωνία έως πριν πεθάνει, και εκείνη ανησυχούσε τρομερά για την ψυχή του.

Σύντομα μετά την ταφή του, η Οσία Ξένια εξαφανίστηκε από την Αγία Πετρούπολη για οκτώ χρόνια. Πιστεύεται ότι αυτό το χρονικό διάστημα το πέρασε σε ένα ερημητήριο ή σε ένα μοναστήρι, μαθαίνοντας το δρόμο της πνευματικής ζωής. Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας είχε αξιόπιστη πληροφορία ότι η μακαρία Ξένια για την πνευματική της τελείωση δαπάνησε αυτά τα χρόνια μεταξύ των Στάρετς προετοιμάζοντας τον εαυτό της για τον δύσκολο αγώνα των διά Χριστόν σαλών και ήταν κάτω από την πνευματική τους καθοδήγηση.

Πού ήταν οι Στάρετς; Ίσως ήταν στο Hermitage ή σ’ ένα από τα μοναστήρια που αυτόν τον καιρό είχαν Στάρετς, μαθητές του Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Ύστερα από οχτώ χρόνια πάλι ξαναγύρισε στην πατρίδα της, την αγία Πετρούπολη, και δεν την ξανάφησε στα άλλα τριάντα επτά χρόνια της ζωής της σ’ αυτόν τον κόσμο.

Όταν επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη, χάρισε τα υπάρχοντά της - το σπίτι της, τα χρήματά της, τα όμορφα ρούχα της. Κατά πρώτον άρχισε να βεβαιώνει σε όλους όσους την περιτριγύριζαν ότι ο σύζυγός της δεν πέθανε, αλλά ότι πέθανε αυτή. Φόρεσε τα ρούχα του νεκρού συζύγου της και άρχισε να ονομάζει τον εαυτό της Ανδρέα Φεοντόροβιτς. Οι συγγενείς της την θεώρησαν περισσότερο για παράφρονα, όταν αυτή άρχισε να μοιράζει την περιουσία της πιο φτωχούς και όταν έδωσε το σπίτι της στην Παρασκευή Ατόνοβα. Οι ενδιαφερόμενοι για την περιουσία της συγγενείς της στράφηκαν στις αρχές και ζήτησαν από αυτές να λάβουν μέτρα εναντίον μιας τέτοιας διάθεσης της κληρονομιάς της από αυτήν. Μετά από αυτήν την αναφορά των συγγενών οι αρχές την κάλεσαν και αφού συζήτησαν μαζί της, συμπέραναν ότι ήταν πολύ καλά στα λογικά της και είχε επομένως κάθε δικαίωμα να κάνει ότι ήθελε την περιουσία της. (σημειώνεται το συμβάν: οι συγγενείς της Ξένιας την πήγαν στο δικαστήριο αλλά ο δικαστής βρήκε ότι έχει καλό και γερό νου όσο αυτή συνέχιζε να βοηθά τους φτωχούς.) Αλλά στην Ορθόδοξη Εκκλησία έχουμε ένα όνομα για τους αγίους ανθρώπους που οι άλλοι πιθανόν να νομίζουν ότι είναι τρελοί. Εμείς τους ονομάζουμε «Διά Χριστού σαλούς». Αυτοί συχνά δεν είναι τρελοί, αλλά προσποιούνται ότι είναι, για να μπορούν να κρύψουν τα πνευματικά τους χαρίσματα.

Τί συνέβηκε πράγματι με την Ξένη Γκριγκόριεβνα; Ασφαλώς συνέβηκε μέσα της μια πλήρης πνευματική αντιστροφή, που, κατά τα ίδια της τα λόγια, η Ξένη Γκριγκόριεβνα Πέτροβα είχε πεθάνει!... Βάζοντας τα ρούχα του συζύγου της και παίρνοντας το όνομά του ήταν, κατά τη γνώμη της, σαν να παρατεινόταν η δική του ζωή στο πρόσωπό της για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του με τη δική της αφιερωμένη στο Θεό ζωή. Τώρα αυτή παρουσίαζε τον εαυτό της στον κόσμο με την δύσκολη υπηρεσία του Θεού ως «κατά Χριστόν τρελή».

Ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης λέγει: «Υπάρχει μια αληθινή, πραγματική ζωή και μια φαινομενική, ψεύτικη ζωή. το να ζεις για να τρως, να πίνεις, να ντύνεσαι, για να απολαμβάνεις και να γίνεσαι πλούσιος, το να ζεις γενικά για εγκόσμιες χαρές και φροντίδες, αυτό είναι μια φαντασία. το να ζεις όμως για να ευχαριστείς τον Θεό και τους άλλους, για να προσεύχεσαι και να εργάζεσαι με κάθε τρόπο για την σωτηρία των ψυχών τους, αυτή είναι πραγματική ζωή! Ο πρώτος τρόπος ζωής είναι ακατάπαυστος πνευματικός θάνατος. Ο δεύτερος είναι ακατάπαυστη ζωή του πνεύματος». (Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, Περί της εγκοσμίου ζωής).

Από αυτό βλέπουμε ότι το «χτύπημα» που «χτύπησε» την δούλη του Θεού Ξένια ήταν μια ώθηση από την μη πραγματική ζωή στην ζωή του Πνεύματος.

Η μακαρία Ξένια, που ήταν πλούσια πρώτα έζησε τώρα μια φτωχική, πολύ φτωχική ζωή. Ζούσε χωρίς σπίτι, περιπλανώμενη πιο δρόμους της πόλης εμπαιζόμενη και κακομεταχειριζόμενη από πολλούς. Η μόνη τροφή της ερχόταν από γεύματα που μερικές φορές δεχόταν από εκείνους που γνώριζε. Το βράδυ αποσυρόταν σε έναν αγρό έξω από την πόλη και εκεί γονατιστή προσευχόταν ως το πρωί. Δεν είχε πραγματικά που να κλίνη την κεφαλή της. Για σκέπη της είχε τον μελαγχολικό βροχερό ουρανό της αγίας Πετρούπολης, ενώ για κρεβάτι της είχε το υγρό γυμνό έδαφος. Περνούσε τις νύχτες της προσευχόμενη γονατισμένη στο γυμνό έδαφος των χωραφιών. Αυτό το μαρτυρούσαν η αστυνομία και οι κάτοικοι, που την ανακάλυψαν, γιατί είχαν την περιέργεια να μάθουν που εξαφανιζόταν τις νύχτες. Κάποτε κάποιος αστυνομικός την παρακολούθησε και την είδε να κλίνη τα γόνατά της σ’ ένα ανοιχτό χωράφι και να προσεύχεται. Άρχισε να προσεύχεται από το βράδυ και δεν σηκώθηκε μέχρι το πρωί. Κατά τη διάρκεια των προσευχών της έκανε μετάνοιες σε όλες τις διευθύνσεις προσευχόμενη για όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς.

Κατά την ημέρα συνήθως γύριζε γύρω στους δρόμους της Αγίας Πετρούπολης. Τα κουρελιασμένα ρούχα της δύσκολα την σκέπαζαν - μια κόκκινη φούστα και το στρατιωτικό σακάκι του άντρα της. Στα πόδια της είχε χαλασμένα παπούτσια και γύρω από το κεφάλι της είχε δεμένο ένα παλιό μαντήλι. Ακόμα και κατά τον βαρύ χειμώνα δεν φορούσε ζεστά ρούχα και παπούτσια, αν και η καλοσύνη του λαού της πρόσφερε πολλά απ αυτά. Σε όλες τις περιόδους του έτους την έβλεπαν ντυμένη στα ίδια κουρέλια. Το κρύο στην αγία Πετρούπολη ήταν δυνατό και διαπερνούσε τα κόκαλα. Αλλά η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που χύνεται με αφθονία πιο αγίους του Θεού, τους έκανε να νικούν τους νόμους της φύσεως. Αυτή η Χάρη του Αγίου Πνεύματος έδινε ζεστασιά και δύναμη στη μακαρία Ξένη.

Πολλοί αγαπούσαν αυτήν την ήσυχη, την ήρεμη, την ταπεινή και την ευγενική δούλη του Θεού Ξένια. Αρκετοί την λυπόντουσαν και της έδιναν ελεημοσύνη, αλλά αυτή δεν την έπαιρνε. Εάν δεχόταν κανένα μικρό κέρμα, αμέσως το έδινε σε κάποιον φτωχό ζητιάνο. Δεχόταν ελεημοσύνη από φιλεύσπλαχνους ανθρώπους, αλλά αμέσως τα χάριζε στους φτωχούς, κάνοντας καλό στους ανθρώπους στο όνομά του Αντρέα, έτσι ώστε αν η ψυχή του υπέφερε από τις αμαρτίες του τις οποίες δεν είχε μετανοήσει, οι πράξεις της και οι προσευχές της θα τον βοηθούσαν. (Οι Χριστιανοί συχνά δίνουν χρήματα ή προσεύχονται για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Αυτό λέγεται ελεημοσύνη αλλά δεν είναι τόσο σύνηθες να εγκαταλείπει κάποιος όλη του τη ζωή για ένα άνθρωπο, όπως ακριβώς έπραξε η Ξένια). Το ενδιαφέρον είναι ότι κάνοντας καλές πράξεις και προσφέροντας προσευχές για τους άλλους, πλησιάζεις πολύ το Θεό, και αυτό συνέβηκε και με την Ξένια. Προσευχόταν τόσο πολύ για τον άντρα της και αυτό την έκανε Αγία!

Ο Κύριος είχε δώσει στην Ξένια πολλά πνευματικά δώρα και αυτή άρχισε να κάνει περίεργα πράγματα όπως περπατούσε ξυπόλυτη στο χιόνι και φορούσε ασυνήθιστα ρούχα έτσι ώστε οι άνθρωποι να μην νομίσουν ότι εκείνη είναι κάτι το εξαιρετικό. Αυτή μερικές φορές γνώριζε τί πρόκειται να συμβεί πριν αυτό συμβεί, ή αν οι άνθρωποι είχαν ένα πρόβλημα και δεν γνώριζαν τί θέλει ο Θεός να κάνουν, αυτή μπορούσε να τους το πει. Συχνά κοιτάζοντας με μια ματιά τους ανθρώπους, αυτή ήξερε αν αυτοί έλεγαν την αλήθεια ή όχι.

Σιγά σιγά, οι άνθρωποι της πόλης παρατήρησαν τα σημάδια αγιότητας που ήταν το υπόστρωμα της φαινομενικά διαταραγμένης της ζωής: παρουσίαζε το χάρισμα της προφητείας και η όλη παρουσία της σχεδόν πάντα επιβεβαίωνε την ευλογία της. Το Συναξάρι λέει:

«Η ευλογία του Θεού φαινόταν να τη συνοδεύει οπουδήποτε εκείνη πήγαινε: όταν έμπαινε σε ένα μαγαζί οι εισπράξεις της ημέρας αυξάνονταν σημαντικά. Οι έμποροι την παρακαλούσαν να πάρει κάτι ως δώρο ή τουλάχιστον να μπει στο κατάστημά τους. Ήξεραν ότι εκείνη τη μέρα οι δουλειές τους θα πήγαιναν πολύ καλά και τα κέρδη τους θα ήταν πολλά. Όταν περπατούσε στον δρόμο, από όλες τις μεριές, από όλα τα αμάξια που περνούσαν άκουγε να φωνάζουν: «Ανδρέα Φεοντόροβιτς, σταματά. Θέλω να σε πάρω στο αμάξι μου έστω και για λίγα βήματα». Και όταν έμπαινε σε κάποιο αυτοκίνητο, το εισόδημα του αυτοκινήτου αυτού την ημέρα εκείνη ήταν πολύ μεγάλο. Η μακαρία Ξένη προτιμούσε να κάθεται σε αυτοκίνητα ανθρώπων που είχαν ανάγκη βοηθείας. Εάν μιλούσε με κανέναν που ήταν στενοχωρημένος, αμέσως αυτός καταπραϋνόταν και του ερχόταν μια θαυματουργική βοήθεια. Όταν αγκάλιαζε ένα άρρωστο παιδί, αμέσως αυτό γινόταν καλά. Η πολύ και μακροχρόνια συμπόνια της, άνοιξε το δρόμο του σεβασμού και της ευλάβειας προς το πρόσωπό της και οι άνθρωποι γενικά έφτασαν να την θεωρούν ως το φύλακα άγγελο της πόλης».

Κάποτε, το έτος 1764 μ.Χ., ταράχτηκε πολύ και ξέσπαγε κάθε μέρα σε δάκρυα. Οι άνθρωποι την ρωτούσαν την αιτία που κλαίει και αυτή απαντούσε: «Αίμα, αίμα, αυλάκι από αίμα!». Τότε όλοι ήταν ανήσυχοι για το τί άραγε θα συνέβαινε. Αλλά τρείς εβδομάδες αργότερα οι πολίτες της αγίας Πετρούπολης έμαθαν τί σήμαιναν τα λόγια της. Από την ρωσική ιστορία γνωρίζουμε ότι η προσπάθεια του αξιωματικού Μίροβιτς να ελευθερώσει τον αιχμάλωτο βασιλέα Ιβάν Αντώνοβιτς, που ήταν φυλακισμένος στο φρούριο Schlusselburg, απέτυχε και ο Ιβάν Αντώνοβιτς φονεύθηκε.

Στις 24 Δεκεμβρίου 1761 μ.Χ., την παραμονή της Γεννήσεως του Χριστού, η μακαρία Ξένη περιερχόταν τους δρόμους της πρωτεύουσας και έλεγε στον καθένα να κάνη τηγανίτες. την επομένη μέρα ακούστηκε το φοβερό νέο: η αυτοκράτειρα Ελισάβετ Πέτροβα πέθανε ξαφνικά. Οι τηγανίτες θα ήταν για την αγρυπνία, που η προικισμένη με το προορατικό χάρισμα οσία Ξένη προφήτευσε. Τέτοιες περιπτώσεις που εκδηλωνόταν το προορατικό χάρισμά της και περιπτώσεις βοηθειών που πρόσφερε στον λαό με το χάρισμά της αυτό, έχουμε πολλές.

Μερικές φορές, όταν οι Χριστιανοί κάνουν καλές πράξεις, τις κάνουν κρυφά ώστε μόνο ο Θεός να βλέπει. Αυτό γιατί ο Κύριος είπε : «Μην αφήνεις να γνωρίζει η αριστερά σου χείρ τί ποιεί η δεξιά σου» και, «Κάνε τις καλές σου πράξεις μυστικά ώστε ο Πατέρας που σε βλέπει μυστικά να σε ανταμείψει φανερά». Αυτό είναι που αντιπροσωπεύει την εικόνας της Αγίας Ξένιας. Πριν πολλά χρόνια, όταν οι άνθρωποι της Αγίας Πετρούπολης έχτιζαν μια εκκλησία στο κοιμητήριό του Smolensk, η Αγία Ξένια συνήθιζε να πηγαίνει κατευθείαν το βράδυ και να κουβαλάει βαριούς πλίνθους οι οποίοι χρειάζονταν την επόμενη μέρα για το χτίσιμο της στέγης της εκκλησίας. Όταν οι τεχνίτες έρχονταν κάθε πρωί, έβρισκαν το σκληρότερο μέρος της δουλειάς τους ήδη τελειωμένο και αυτοί αναρωτιόνταν ποιός να ήταν που έκανε αυτή την ευγενική πράξη. Τελικά, δυο απ αυτούς αποφάσισαν να περάσουν το βράδυ τους στο κοιμητήριο. Περίμεναν και περίμεναν, και όταν έγινε σκοτάδι, η Αγία Ξένια εμφανίστηκε. Όλο το βράδυ, την παρακολουθούσαν να ανεβαίνει και να κατεβαίνει με τα τούβλα της, τους τοίχους της μισοτελειωμένης εκκλησίας.

Η εκκλησία που η Αγία Ξένια βοήθησε στο χτίσιμο είναι ακόμη στο κοιμητήριό του Smolensk και δίπλα της υπάρχει ένα μικροσκοπικό παρεκκλήσιο στο οποίο έχει ταφή. Προσκυνητές από όλη τη Ρωσία ακόμη έρχονται εκεί να προσευχηθούν και να ζητήσουν να τους βοηθήσει. Κατά τη διάρκεια των φρικτά δύσκολων χρόνων στη Ρωσία, όταν οι εκκλησίες ήταν κλειστές λόγω του ότι ο Κομουνισμός δεν ήθελε οι άνθρωποι να λατρεύουν το Θεό, προσκυνητές έρχονταν κρυφά στην Αγία Ξένια. Η πόρτα του παρεκκλησίου ήταν κλειδωμένη και δεν μπορούσαν να μπουν μέσα, έγραφαν τις προσευχές τους σε μικρά χαρτάκια και τα άφηναν μέσα στις ρωγμές των τοίχων. Στον Κομουνισμό δεν άρεσε αυτό καθόλου, αλλά σύντομα κατάλαβαν ότι είναι αδύνατον να σταματήσουν τους Χριστιανούς να αγαπάνε τους Αγίους, ή να σταματήσουν οι Άγιοι να τους βοηθούν!

Σαράντα πέντε χρόνια μετά το θάνατο του άντρα της, η Αγία Ξένια αναπαύθηκε εν ειρήνη, στην ηλικία των εβδομήντα ενός ετών, κάπου στα 1800 μ.Χ. Υποθέτουν ότι αναπαύθηκε μεταξύ των ετών 1806 μ.Χ. και 1814 μ.Χ. Δεν υπάρχει ακριβής πληροφορία σχετικά με αυτόν τον χρόνο και είναι αδύνατο να καθορίσουμε ακριβώς την χρονολογία του θανάτου της. Γνωρίζοντας την αγάπη και τον σεβασμό με τον οποίο την περιέβαλε ο κόσμος μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι η κηδεία της είχε μεγάλη επισημότητα και ότι πολύς κόσμος θα συγκεντρώθηκε, για να της δώσει τον τελευταίο χαιρετισμό.

Ο τάφος της, αμέσως, έγινε τόπος προσκυνήματος: έτσι πολλοί προσκυνητές έπαιρναν χώμα από τον τάφο της ως ευλογία και νέο χώμα έπρεπε να τροφοδοτείται τακτικά. Τελικά τοποθετήθηκε επάνω στον τάφο της μιά πλάκα από γρανίτη με την επιγραφή: «Εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Εδώ αναπαύεται το σώμα της δούλης του Θεού, Ξένης Γκριγκόριεβνα, γυναικός του αυτοκρατορικού πρωτοψάλτη, συνταγματάρχου Ανδρέα Φεοντόροβιτς Πετρώφ. Χήρα σε ηλικία 26 ετών, μία προσκυνήτρια για 45 χρόνια, έζησε 71 χρόνια. Ήταν γνωστή με το όνομα Ανδρέα Φεοντόροβιτς».

Αυτά γράφονται στο λακωνικό επιτύμβιο πάνω στον τάφο της μακαρίας Ξένης, γραμμένα από ένα άγνωστο πρόσωπο.

Όμως και αυτή η πλάκα επίσης βαθμιαία χαράσσονταν και φθείρονταν από τους πιστούς. Έπειτα χτίστηκε στον τάφο της ένα εκκλησάκι με τις προσφορές των πιστών. Πολλοί πιστοί άρχισαν να γράφουν πιο τοίχους του ναϋδρίου διάφορα αιτήματα, ώστε αναγκάστηκαν να τον χρωματίσουν. Οι ιερείς έκαναν παννυχίδες στο ναό από νωρίς το βράδυ μέχρι αργά το πρωί.

Τα χέρια των αθεϊστών δεν σεβάστηκαν τον τόπο της αναπαύσεως της αγίας. Γι’ αυτό τα παράθυρα ήταν κλειστά με σανίδες και η είσοδος ήταν κλειστή, αλλά ο δρόμος προς το νεκροταφείο Σμόλενσκ ήταν πάντοτε ανοιχτός. Νέοι και γέροι πήγαιναν στο παρεκκλήσιο, ψιθύριζαν τα αιτήματά τους για βοήθεια και έσκυβαν στο έδαφος κοντά στον τάφο.

Και η μακαρία Ξένη τους βοηθούσε όλους.

Θαύματα, θεραπείες και εμφανίσεις της Αγίας Ξένιας συμβαίνουν και σήμερα σε εκείνους που επισκέπτονται τον τάφο της ή που απλά ζητάνε τις πρεσβείες της. Ο Θεός θεραπεύει πολλούς ανθρώπους από ασθένειες και πάθη μέσω των πρεσβειών της Αγίας Ξένιας. Αυτή τους βοηθά να βρουν δουλειά, σπίτι ή σύζυγο (όλα αυτά για τα οποία εκείνη απαρνήθηκε στην δική της ζωή). Η Αγία Ξένια δεν είχε σπίτι και έτσι γνωρίζει πόσο σκληρό είναι να έχεις ανάγκη ένα σπίτι και να ζεις άστεγος. στην εκκλησία την ημέρα της γιορτής της την καλούμε «άστεγη περιπλανώμενη», γιατί εγκατέλειψε νωρίς το σπίτι της για τον παράδεισο.

Πρόσφατα μια γυναίκα στην Αγγλία, νεοφώτιστη στην ορθοδοξία, έψαχνε να βρει σπίτι κοντά σε εκκλησία για να μπορεί να παρακολουθεί καθημερινά τη Θεία Λειτουργία. Αυτή και ο πνευματικός της προσευχήθηκαν στην Αγία Ξένια και ώ του θαύματος σε λίγες μέρες η γυναίκα αυτή βρήκε ένα διαμέρισμα σε ένα σπίτι ακριβώς δίπλα από την εκκλησία! Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού!

Ένα ευσεβή έθιμο είναι η προσφορά Τρισάγιου υπέρ αναπαύσεως του συζύγου της Αντρέα, για τον οποίο εκείνη προσευχόταν πυρετωδώς έως το τέλος της ζωής της.

Η Αγία Ξένια δοξάστηκε επίσημα πρώτα από την ορθόδοξη εκκλησία της Ρωσίας έξω από την Ρωσία, το 1978 μ.Χ. και μετέπειτα το 1988 μ.Χ. από το Πατριαρχείο της Μόσχας. Κάθε χρόνο η μνήμη της εορτάζεται στις 24 Ιανουαρίου.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Σ’ ἐσένα, ὢ περιπλαμένη ξένη, Χριστὸς ὁ Κύριος μας ἔδωσε μιὰ διακαὴ μεσίτρια γιὰ ὅλους μας. Ἔχοντας λάβει στὴ ζωή σου βάσανα καὶ θλίψη , καὶ ὑπηρετώντας τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους μὲ ἀγάπη, ἐσὺ ἀπέκτησες μεγάλη παρρησία στὸ Θεό. Δὶ’ αὐτό, σπεύδουμε θερμὰ σ’ ἐσένα στοὺς πειρασμοὺς καὶ τὴ θλίψη, κραυγάζοντας ἐκ βάθους ψυχῆς : Μὴν ἐγκαταλείψεις τὴν ἐλπίδα μας στὴν καταισχύνη, ὢ εὐλογημένη Ξένια.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’.
Περιπλανώμενη ξένη σὲ μιὰ ξένη γῆ, ἀναστενάζοντας πάντα γιὰ τὴ οὐράνια πατρίδα γνωστὴ ὡς σαλὴ καὶ ἄπιστη ἀλλὰ γιὰ τοὺς πιστοὺς πολὺ σοφὴ καὶ ἱερὴ , στεφανωμένη ἀπὸ τὸ Θεὸ μὲ δόξα καὶ τιμή. Ὢ Ξένια, γενναία στὸ μυαλὸ καὶ θεϊκὰ σοφή. Δι’αυτό, κραυγάζουμε σὲ σένα «Χαῖρε ἐσὺ ποὺ μετὰ τὴ γήινη περιπλάνησή σου ἦρθες καὶ κατοικεῖς στὸ οἶκο τοῦ Θεοῦ».
----------------------------------------------------------------------------
+  24 January

Presumably, in her early years, she led an ordinary, though comfortable life, performing no services that merited recording or recognition. It would seem that she was happily married and completely devoted to her husband who was, perhaps, a bit worldly. He was still young and in good health when he died suddenly one night at a drinking party.
The unexpected death of her beloved husband completely shattered Xenia Grigorievna and her personal world. She was twenty-six years old, childless and her husband to whom she was passionately devoted had suddenly died without the benefit of the Holy Mysteries. The distraught widow looked around herself, at all her possessions, at her inane little world and suddenly began to realize the vanity and transitory nature of all earthly joys and treasures. She came to realize that there is true value only in heavenly treasures and real joy in Christ.
To the utter amazement of her friends and relatives, Xenia Grigorievna began to give away literally all that she possessed. Her money and personal belongings she gave to the poor and she even gave away her house to her dear friend Paraskeva Antonova.
Finally, her relatives decided that she had taken complete leave of her senses and they petitioned the trustees of her late husband’s estate to prevent Xenia from disposing of her wealth, on the grounds that she was mentally unbalanced due to her husband’s death. The trustees called Xenia in and, after a long and careful examination, ruled that she was perfectly sound of mind and had every right to dispose of her property as she pleased.
People preoccupied with worldly matters would naturally assume that anyone who gave away his wealth must be insane. They were incapable of seeing that Xenia had undergone a complete rebirth; she was changed from a worldly woman into a spiritual being. Having realized that there can be no true happiness on earth and that worldly possessions are only a hindrance to the attaining of true joy in God,
Having, therefore, relieved herself of all such hindrances, Xenia suddenly vanished from St. Petersburg for eight years. It is said that during these years she lived at some hermitage with a sisterhood of holy ascetics, learning about prayer and the spiritual life from an elder. It was during this time that she was called to the highest feat of spiritual perfection, that of being a fool for Christ’s sake. To this end, she returned to St. Petersburg, clothed herself in one of her late husband’s old uniforms and linens and thereafter refused to respond the name of Xenia Grigorievna, answering instead only to the name of her late husband, Andrei Feodorovich. It was as if she, in her deep devotion to her husband, had hoped in some way to take upon herself the burden of his unrepented sins and of his unfortunate demise without the Holy Mysteries. Sorrowing for her own sins and for his, she left her home and began her long pilgrimage of wandering through the streets of the poorer district of St. Petersburg known as the Petersburg Borough (Peterburgskaya Storona). She was most often to be found in the vicinity of the parish of Saint Matthias where the poorest people lived in shabby huts.
At first, the people of the Borough thought that this strangely dressed, scarcely shod woman was merely a simple minded beggar, and evil people, especially the street urchins, would often persecute and laugh at her. With complete meekness, however, she kept before her the image of the guiltless Great Sufferer, Christ Jesus, who, without a murmur, heard all accusations, bore all persecutions, suffered terrible torture and crucifixion. Because of His example, the Blessed One strove to bear her hardships meekly and in silence, forgiving offenses in accordance with the last earthly prayer of Jesus, "Father, forgive them, for they know not what they do."
Only once did the people of the Petersburg Borough see her in anger. The street boys, seeing the ragged old woman, began as usual to laugh at and torment her. The Blessed One ordinarily bore all this without murmur. On this occasion, however, the boys did not content themselves with verbal abuse, but seeing that she did not take notice of their mocking, they began to throw mud and rocks at her. At last they exhausted even the patience of Blessed Xenia and she flew at them, waving her cane in the air. The residents of the Borough were so startled at seeing the Blessed One in such anger that they took immediate steps to prevent any further offenses toward her. As our Lord Jesus Christ had said, "A candle is not bought to be hidden under a basket... but to be placed on a candle stand."
So it was with God pleasing Xenia. Gradually, people began to realize that Xenia was no mere beggar but someone much more. They began to invite her into their homes and offer her warm clothing for the severe Petersburg winters as well as alms. She would never accept the clothing and took only the small copper pennies, which were called the king on horseback because there was a horseman (actually, St.George) struck on them.
She would distribute these copper pennies to the poor, at times, apparently, with some prophecy. On one such occasion Xenia met a devout woman on the street. Handing her a five kopeck coin, she said, "Take this five piece, here is the king on horseback; it will be extinguished." The woman accepted the copper five piece and went on her way pondering the meaning of the Blessed One’s words. No sooner had she entered the street where she lived than she saw that her house was on fire. Running toward her home, she arrived just as the flames were being quenched. Then she realized that the Blessed One had been foretelling this with her strange words.
On one occasion Paraskeva Antonova was sitting in the home which the Blessed One had given her, when Xenia arrived for a visit. Entering the house, she looked irritably at Antonova and said, "Here you are sitting and sewing buttons and you don’t know that God has given you a son! Go at once to the Smolensk Cemetery!" Antonova, knowing Xenia to be truly saintly and knowing that no idle word came from her lips, did not even question this strange command but believed at once that something extraordinary was about to happen and she immediately hurried to the Smolensk Cemetery.
On one of the streets of Vasiliev Island near the cemetery, Antonova saw a large crowd of people. Being curious, she approached the crowd to see what was taking place. It seems that a coachman had knocked down a pregnant woman who then give birth to a child right there on the street and died immediately afterwards. Filled with compassion for the child, Antonova took it to her own home. All the efforts of the St. Petersburg police to discover the identity of the mother or locate the father or relatives of the tiny orphan proved in vain and so the child remained with Paraskeva Antonova. She provided him with a good upbringing and a sound education, loving him as her own son. Eventually the boy became an eminent functionary and lovingly cared for his foster mother in her old age. He also revered, with sincere piety, the memory of the Servant of God, Xenia who had shown much kindness to his foster mother and who had taken such a hand in his own fate.
Among the friends of Blessed Xenia there was a widow, Mrs. Golubev, and her seventeen-year- old daughter who was noted for her beauty. Xenia like this girl very much because of her meek, quiet character and her kind heart. Once Xenia came to visit them and the girl began to make coffee. "My beauty, -- said Xenia, turning to the girl, -- here you are making coffee and your husband is burying his wife in Okhta. Run there quickly!"
The girl was shocked. "My what?! I don’t have a husband... and burying his wife!". "Go!" -- Xenia answered sternly, not liking any kind of objection. The Golubevs, knowing well that the Blessed One never said anything without a reason, immediately obeyed her command and set out for Okhta. Here they saw that a funeral procession was headed for the cemetery and they joined in with the crowd of mourners. A young woman, the wife of a doctor, had died in childbirth and was being buried.
The Liturgy was celebrated, then the funeral service, after which the Golubevs followed as the coffin was carried to the grave. The funeral had ended and the people began to leave; however, they chanced upon the sobbing young widower who, at the sight of the grave mound over the remains of his beloved wife, lost consciousness and fell to the ground near the Golubevs. Both mother and daughter strove to bring him back to consciousness and to comfort him. They became acquainted and, eventually, the young Golubeva became the wife of the doctor.
God’s gift of clairvoyance does not always deliver good news. Sometimes it is used to hint at the approaching illness or death of someone in order that they might prepare themselves for their fate. Such was the case when the God pleasing ascetic arrived to other guests in the Krapivin home at the time and they all stood and greeted the Blessed One warmly. Xenia conversed with them for a while and then rose to leave, thanking the hostess for her hospitality. As she was departing, however, she turned to Krapivina saying: "Here is green krapiva (nettle) but soon it will be wilted."
Whether or not Mrs. Krapivina understood these words is not known for certain, but other guests did not attach any special significance to them. Much to everyone’s amazement, though, Mrs. Krapivina, who was still young and in good health, suddenly became ill and died. Only then did the guests understand that the words, "Here is green krapiva (nettle) but soon it will be wilted," foretold the death of Mrs. Krapivin. Seeing in Xenia this gift of clairvoyance and her meek and humble way of life, people began to realize that she was a true fool for Christ’s sake. Many residents of the Borough were sincerely happy to receive her in their homes and it was noticed that some sort of blessed peace and happiness always settled over any home that received her with sincerity. Mothers found that if the Blessed One fondled or rocked an ill child in its cradle, the child would always become well. So parents would hurry to Blessed Xenia with their children whenever she approached, convinced that if she blessed them, or even patted them on the head, they would remain healthy.
People gradually began to accept her strange behavior as some sort of sign from God and often, her behavior would be strange indeed. Two days before the Feast of the Nativity of Christ, in 1761, for example, Blessed Xenia ran anxiously along the cold and snow filled streets of the Petersburg Borough, loudly crying out: "Bake bliny (pancakes), bake bliny, soon all of Russia will be baking bliny!" As usual, no one could figure out the meaning of these strange words of the Blessed One, but on the day of the Feast, the Empress Elisabeth Petrovna reposed suddenly. When the terrible news spread through the city, it became clear to all that the Servant of God had been foretelling the death of the Empress.
Occasionally, Xenia would drop in to visit some friend or acquaintance, converse for a while, and then suddenly fall silent, as if listening to something. All at once, she would leap up and leave quickly. If the hostess asked why she was leaving and where she was going, the Blessed One would only wave her stick in the air and say, "I must hurry, I am needed there."
She possessed absolutely nothing except the rags on her back and often, upon arriving at the home of a friend, she would cheerfully announce, "Here is all of me." For a long time no one knew where the Blessed One spent her nights. The residents of the Borough were not the only ones to wonder about this, for the local police were also curious about the matter. Upon investigating they discovered that the elderly little woman spent her nights in an open field, praying and making prostrations in all four directions, and she did this no matter what the season or weather. It was a miracle of God that the Blessed One survived the severe St. Petersburg winters in this way. It happened at times that her nights would be spent in some other task. On one occasion in 1794, toward the end of Xenia’s long life, a new church was being built in the Smolensk Cemetery. Workers began to notice that, during the night, someone would haul mounds of brick to the top of the building where they were needed. The workers were amazed by this and resolved to find out who this tireless worker could be. By posting a watchman they were able to discover that it was the Servant of God, Xenia.
"It was necessary, -- says one writer, -- for her to possess either some super human power or to carry within herself such a strong spiritual fire, such a deep, undoubting faith with which the impossible becomes possible. When one considers God’s great saints, however, who performed such wondrous miracles by their faith, wonders incomprehensible to the human mind, we cannot consider the Blessed One’s ascetic feats as unprecedented or impossible for a person in the flesh. Xenia truly bore that faith with which all things are possible. While still living in her body, her soul always soared above this world, dwelling in a living, direct communion with God."
The Blessed One was always ready to help anyone in anyway possible. During the day she would wander about the streets, her face reflecting her internal spirit of meekness, humility and kindness by its warm, friendly glow. At night, in all seasons, she would go into a field and enter into conversation with God Himself. Finally the time came when Xenia was no longer to be found in the streets of the Petersburg Borough nor in the field; her radiant face shone no more amidst the rude shacks of the St. Matthias parish. God called His servant to rest from all her struggles and took her to Himself. Xenia was one of those candles which God lights on earth from time to time in order to light up the path of salvation for the faithful, as the Savior Himself had said, "Let your light so shine before men that they may see your good works and glorify your Father Which is in Heaven" and "If, therefore, your entire body is full of light, no part of it being in darkness, then the whole of it shall be full of radiance as when the bright shining of a candle gives off its light."


Η Σταύρωση του Κυρίου - The Crucifixion of Christ

                                                  30X40cm -- 11,8X15,7inch.

Αγιογραφημένο πάνω σε κορμό από φλαμούρι. -  Painted on a piece of linden trunk